Τρίτη, 7 Απριλίου
Τα επόμενα χρόνια η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας σε όρους ΑΕΠ αναμένεται να μετριαστεί ελαφρώς – Προβλέπεται να σταθεροποιηθεί στο 2,1% το 2026

Η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα παρέμεινε ανθεκτική και, μάλιστα, εμφανίστηκε ελαφρώς ενισχυμένη προς το τέλος του 2025, στηριζόμενη στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση, συμπεριλαμβανομένων επενδύσεων που σχετίζονται με απορρόφηση πόρων από την ΕΕ.

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της EY, European Economic Outlook, τα επόμενα χρόνια η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας σε όρους ΑΕΠ αναμένεται να μετριαστεί ελαφρώς, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει τις καταναλωτικές δαπάνες, ενώ ταυτόχρονα, η στήριξη από τα κονδύλια της ΕΕ σταδιακά εξασθενεί.

Τελευταίες εξελίξεις

Η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα διατήρησε τη δυναμικότητά της καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,5% το τελευταίο τρίμηνο, συμβαδίζοντας με μια ετήσια ανάπτυξη της τάξης του 2,1%. Η ανάπτυξη ήταν πολυεπίπεδη, καθώς η ιδιωτική κατανάλωση, οι επενδύσεις και οι εξαγωγές συνεισέφεραν θετικά, αναδεικνύοντας μια σταδιακή μετάβαση σε ένα περισσότερο ισορροπημένο μοντέλο ανάπτυξης της χώρας. Οι δαπάνες των νοικοκυριών στηρίχθηκαν από την αύξηση της απασχόλησης και των εισοδημάτων, αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη ομαλοποίηση της αγοράς εργασίας και τη σύγκλιση των εισοδημάτων.

Όσον αφορά στις τιμές, το 2025 ο πληθωρισμός ξεπέρασε το στοχοθετημένο επίπεδο, αν και παρέμεινε σχετικά σταθερός καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ) κυμάνθηκε μεταξύ 1,9% και 3,1%, με μέσο όρο 2,5% σε ετήσια βάση για το 2025. Οι υποκείμενες πληθωριστικές πιέσεις εντοπίστηκαν κυρίως σε βασικά στοιχεία, με επίμονη αύξηση στις τιμές των εγχώριων υπηρεσιών, με τις αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων να συμβάλλουν, επίσης, στη διαμόρφωση του γενικού πληθωρισμού. Την ίδια στιγμή, η πτώση των τιμών στην ενέργεια περιόρισε σε έναν βαθμό τη συνολική αύξηση των τιμών. Ο πληθωρισμός αυξήθηκε ελαφρώς τον Φεβρουάριο του 2026, στο 2,7%, σε σχέση με την ίδια περίοδο πέρυσι. Η ετήσια αύξηση των τιμών εξακολούθησε να τροφοδοτείται από τις τιμές των τροφίμων και των υπηρεσιών εστίασης και διαμονής, ενώ οι τιμές της ενέργειας – ιδιαίτερα του φυσικού αερίου και του πετρελαίου θέρμανσης – είχαν αποπληθωριστική επίδραση.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ.
Exit mobile version