Γράφει ο Μέρκους ο Παληχουρνός

 

Δεν υπήρχε νοικουκύρ’ς που να μην είχειν κάμποσα πρόβατα. Άλλους λίγα, άλλους πουλλλά, άλλους πιρισσότηρα. Στου Παληχώρ, σ’όλου του Ρουμλούκ, στου ντόπιου κόσμου.
όπους γιένταν τότη, όπχιους ήθειλειν να φκειάς πρόβατα, γύρηβειν απού φίλους, συγγινείς, άμα περίσιβη κανιένα αρνί. Άλλους είχειν, άλλους όχ’.
Τα τράνειβάμει μη του ρουγκουβίζ (μπιμπερό). Τα μανάργια που τ’αλείγαμει, μας ακλουθούσαν παντού. Κι άμα ήταν για του Πάσχα να σφάξουμει κανιένα φαρμακουνούμασταν κι εκλείγαμει.

Κι έτσι πουγάλια – πουγιάλια (σιγά – σιγά), γιένταν του κουπάδ’.
Ηταν βλουγημέν. Τα πρόβατα ήταν σαν ανθρώπ.

Τρανιέβουντας του κουπάδ ήθειλάμει να γιννούν κουντά του ιένα μη του άλλου. Να σφάζουμει μαζουμένα αρνιά, να αρμέγουμει πχιό πουλλά γαλάργια, να έχουμει περισσότερο γάλα. Να αξίζ ου κόπους.

Του καλουκαίρ’ αρμέγαμει μέχρι τουμ Ιούλιο. Είχαν σχιδόν στίπς. Δε είχαν γάλα. Μόνου για τραχανά όπχιους ήθειλει.
Τα περισσότερα ήταν μαρκαλισμένα (έγκυα). Τα ταίζαμει κι αλάτ για να ρθούν πχιό γλήγουρα για ζηβγάρουμα.
Τα βαρβάτα ήταν στου κουπάδ. Όσα παραπάν ζηβγάρουναν, τόσου καλύτηρα. Οι πχιό γηρές προυβατίνης γηννούσαν Νουέμβριου. Κρατούσαμει ημηρουλόγιου, πχιές κι πότε ζηβγάρουναν. Κι έτσ’ κατά Χριστούγηννα εσφάζαμει τ’αρνιά. Ή και νωρίτερα.
Ανάλουγα πώς ήταν τ’αρνιά, και οι ανάγκες που είχαμει.

Κόμα θ’μούμει πώς έψαχναν οι μάννες τ’αρνιά. Του συνήθιζαν όμους μετά που κάμποσες μέρες.
Τ’αρμέγαμει τρεις φουρές. Προυί, απόγημα κι βράδ’. Αυτό γιένταν ηπειδής είχαν πουλί γάλα κι φοβούμασταν μην μαστρουβαρηθούν (ασθένεια μαστού).

Τυχηρές κι άτυχης οι προυβατίνες που άκουγαν τ’αρνιά που κρατούσαμει για νταμάρ’ να τρανιέψ του κουπάδ. Τα χώρζαμει σι κουτάρ’. Τ’αποκοβαμει απ του βύζαγμα. Κρατούσαμει απ’τις καλύτερες προυβατίνες τα θηλκά αρνιά κι καν αρσηνικό που μας άριζεν.
Πού μάνα δούλα κι μπαμπά χουρουφύλακα, που έλειγειν κι πατέρας’μ.

ΥΓ. Τα ζώα και ο αριθμός αυτών σήμαινε και την αξία του κάθε νοικοκύρη στο Ρουμλούκι. Είτε παραγωγικά – γελάδια, πρόβατα, πουλερικά, γουρούνια, είτε εργασίας – άλογα, βόδια, βουβάλια. το ίδιο πιστεύω ίσχυε σ’όλο τον ντουνιά, γνωστό και άγνωστο.
Σεβασμός και αναγνώριση της αξίας των ζώων – χαϊβάνια που έλεγε ο παππούς μου.

Η προσφορά και ο αγώνας τους και η συντροφικότητά τους, ήταν καθοριστική για την προκοπή και την εξέλιξη του Ρουμλουκιού. Γιατί χωρίς αυτά η ζωή θα ήταν δεν ξέρω πώς.

Μέρκος Πιτσικόπουλος
Ο Παληχουρνός

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ.
Exit mobile version