Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη εμπειρία

Αν δεν αλλάξετε τις ρυθμίσεις του προγράμματος περιήγησης, συμφωνείτε με αυτό.

Αποδέχομαι
07 Ιουλ 2020

Αναμνήσεις από το πανηγύρι της Αγίας Κυριακής / Γράφει ο Γιώργος Ντελιόπουλος Κύριο

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Γράφει ο Λαογράφος Γιώργος Ντελιόπουλος

Οι πιο ευχάριστες αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια, είναι αυτές που έζησα μέσα στο προαύλιο χώρο της Αγίας Κυριακής. Εμείς δεν την γνωρίσαμε σαν γυναικείο Μοναστήρι, ούτε με αυτά τα κτίσματα που δεν γνωρίζω γιατί έγιναν, και έχουν εγκατασταθεί εδώ και δεκαετές.

Ήταν ένα ξωκλήσι μέσα σε μια συστάδα αιωνόβιων δέντρων και με πλούσια χαμηλή βλάστηση. Γύρω, γύρω περιβάλλεται από ένα ανάχωμα που έγινε το 1934- 35 για να προστατεύεται από τα νερά του Αλιάκμονα.

Οι μνήμες και τα βιώματα που υπάρχουν σε όλους εμάς που ζήσαμε μέσα σ’αυτή την αυλή, μας κάνουν σήμερα να αγαπάμε αυτή την εκκλησία. Έτσι τη γνώρισαν και οι γονείς μας, στα παιδικά τους χρόνια. Η μάνα μου από το Λουτρό και ο πατέρας μου από το Κεφαλοχώρι.
Δεν θυμούνται στη ζωή τους τίποτα πιο ευχάριστο εκτός από εκείνες τις όμορφες στιγμές του πανηγυριού.

Εκεί μπροστά στην παλαιά εκκλησία είχαν στημένες τις φωτογραφικές μηχανές οι πλανόδιοι, υπαίθριοι φωτογράφοι που έρχονταν από τη Θεσσαλονίκη δύο – τρεις ημέρες νωρίτερα και φωτογράφιζαν από την ανατολή έως τη δύση.

Εκεί πρωτοαντίκρισαν οι γονείς μας τον φωτογραφικό φακό. Ο πατέρας μου έφηβος το 1924 και η μάνα μου λίγο αργότερα 1929 – 30. Το ίδιο ακριβώς έγινε και με μας.

Εκεί αντικρίσαμε εγώ και ο αδελφός μου Δημήτρης τον φακό το 1939. Εμείς που γεννηθήκαμε στα μέσα της δεκαετίας του τριάντα, είχαμε την ατυχία να μην γνωρίσουμε μεγάλες χαρές. Τα παιδικά μας χρόνια ήταν μαύρα και μπαρουτιασμένα, με τρομερή φτώχεια και στερήσεις. Δεν μπορώ σήμερα να περιγράψω πώς καρτερούσαμε αυτό το πανηγύρι. Όχι πως θα μας πρόσφερε κάτι το ιδιαίτερο, μόνο που θα βρισκόμασταν μέσα σε εκείνη την πολυκοσμία, εκείνη τη βαβούρα από λογής – λογής κόσμο, που τους ξεχώριζες από τις παραδοσιακές φορεσιές. Κόσμος από την Ήπειρο, τη Δυτική Μακεδονία, τη Χαλκιδική και τη Θεσσαλία. Δεκάδες εκατοντάδες τα σελωμένα και τα σαμαρωμένα άλογα και τα μουλάρια που έρχονταν καραβάνια μια δυο μέρες νωρίτερα στη χάρη της Αγίας Κυριακής. Πίστευε ο κόσμος πως θα έβρισκε ντερμάνι, στις αρρώστιες, αφού η Ιατρική τότε δεν είχε προοδεύσει και τα φάρμακα ήταν ελάχιστα.

Ο κόσμος πήγαινε στις χάρες, στον Άγιο Αντώνιο στη Βέροια, στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων.

Η Αγία Κυριακή είχε γίνει ξακουστή από τις αρχές του περασμένου αιώνα. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς από εκείνα τα χρόνια. Τους παγωτατζήδες, με το άσπρο σκουφάκι, και την άσπρη μπλούζα, να σου γαργαλίζουν τ’αφτιά και την ψυχή με τη συρτή φωνή τους: Παγωτόοοοοο, κασάτο παγωτόοοο, πάρε - πάρε είναι κρύο, είναι μπούζι! Ύστερα εκείνον τον λεμονατζή, να σπρώχνει το τρίτροχο καρότσι με τις μικρές ξύλινες ρόδες. Είχε πάνω 2 – 3 φιάλες 5 – 7 οκάδων με λεμονάδα, βυσσινάδα και γύρω - γύρω είχε πάγο για να είναι δροσερές. Έκαιγες η ψυχούλα μας, μέσα σε εκείνη τη ζέστη, από την πολυκοσμία. Ένας άλλος λεμονατζής είχε στην πλάτη του ένα δοχείο σαν αρχαίο αμφορέα, από χαλκό, όπως έχουν οι σαλεπιτζήδες. Για να σερβίρει έπρεπε να σκύψει, σαν να προσκυνούσε. Μεγάλο σαλαβάτι, έκαμναν και οι πωλητές τσιγάρων, που διαλαλούσαν την πραμάτεια τους: Τσιγάρα, τσιγάρα Ματσάγγου, Πσπαστράτου. Είχαν ένα κασελάκι κρεμασμένο από το σβέρκο με φαρδύ λουρί και εκεί μέσα είχαν πακέτα τσιγάρα, κυρίως χύμα, των εκατό τσιγάρων.

Ήταν κάτι μικρά παιδιά 10 – 12 χρονών που σαν σαϊτες γύριζαν γύρω - γύρω μέσα στο πλήθος. Θυμάμαι έναν συνομήλικό μου από το Λουτρό, ήταν 10-12 χρονών και το φουμάριζε ο δυστυχής. Δε του είχε δώσει όμως χρήματα ο πατέρας του και πού να τα έβρισκε τότε στον Εμφύλιο πόλεμο; Είχε πάρει μερικά αυγά από τις φωλιές και τα είχε στην τσέπη του, αυτό ήταν το χρήμα. Δεν το έμελε για τίποτε άλλο παρά μόνο για το τσιγάρο. Λέει σε έναν ασπρομάλλη πωλητή τσιγάρων: Μπάρμπα, πόσα τσιγάρα δα μη δώις με πέντε αυγά; Τι να του έλεγε ο καημένος ο βιοπαλαιστής; Του έδωσε δύο τρία χύμα τσιγάρα, χωρίς να πάρει τα αυγά. Δεν θα λησμονήσω εκείνους τους Θεσσαλούς χαλβατζήδες που έφτιαχναν τους σιμιγδαλένιους χαλβάδες μέσα σε κάτι χάλκινα γανωμένα καζάνια και ανακάτευαν συνεχώς τη μάζα με μια κουτάλα σαν πλατσίδι. Εκείνο που παρατηρούσαμε εμείς οι ντόπιοι ήταν ότι πάνω στα δέντρα – τα φτελιάδια – φώλιαζαν εκατοντάδες καλιακούδες και καλιακ’δαίοι, που συνεχώς κουτσουλούσαν πάνω στα καζάνια και τους ταμπλάδες.

Καλές δουλειές έκαναν και οι παγοπώληδες, αυτοί που τροφοδοτούσαν με πάγο όλους όσους είχαν προϊόντα που χρειάζονταν να είναι παγωμένα. Δεν πρέπει να ξεχάσω και εκείνους τους καταφερτζήδες παπατζήδες, που στήναν το τραπεζάκι, πότε εδώ και πότε πιο πέρα. Κοντά τους είχαν τους αβανταδόρους που συνεχώς κέρδιζαν μεγάλο ποσά. Εδώ παπάς, εκεί παπάς, πού είναι ο παπάς; Αλησμόνητες εικόνες είναι εκείνες οι ανθρώπινες φιγούρες, με χρώματα, σε μορφές κλόουν, με ένα κουδούνι στο χέρι καλούσαν τον κόσμο να περάσουν μέσα στο μεγάλο τσαντίρι να δουν την κοπέλα που την αποκεφάλιζαν ή να δουν τον βόα ή τον κροταλία. Λίγο πιο πέρα σου τάραζε την ψυχή ο γύρος του θανάτου, πότε με δύο μοτοσυκλέτες και πότε με μία. Πώς όμως να πας να τους δεις; Τι να πρωτοκάνεις σ’αυτό το πανηγύρι; Να ανάψεις το κεράκι, να πάρεις ένα παγωτό κασάτο που το λαχταρούσε η ψυχή σου μέσα στην κάψα του καλοκαιριού; Να πιείς λίγη λεμονάδα, να σπάσει η δίψα;

Και μιας ο λόγος για δίψα, θυμάμαι και εκείνον τον συνωστισμό στη βρύση που το καλοκαίρι σχεδόν στέρευε. Με κείνο το λίγο νερό να ξεδιψάσει χιλιάδες κόσμος. Όσοι ήταν από τα γύρω χωριά μας πήγαιναν στο ποτάμι τον Αλιάκμονα και ξεδιψούσαν. Τότε το νερό ήταν καθαρό και ο κόσμος δεν δίσταζε να πίνει.

7bebd3c4ae52261f600461f949b4e4e5 L

Στη φωτογραφία η ηγουμένη 
της Μονής Αγίας Κυριακής, Φιλοθέη
 η οποία εκοιμήθη την Κυριακή.
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

proioy fani

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Who's Online

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 151 επισκέπτες και κανένα μέλος

ΜΕΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΟΙ ΜΑΖΙ ΜΑΣ

Τελευταια Νεα

Top