Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη εμπειρία

Αν δεν αλλάξετε τις ρυθμίσεις του προγράμματος περιήγησης, συμφωνείτε με αυτό.

Αποδέχομαι
03 Φεβ 2016

Βενιζέλος και Ελληνοτουρκική προσέγγιση

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Γράφει ο Γιοβανόπουλος Γρηγόρης Δάσκαλος

 

5oμέρος.

 

    Όπως είδαμε στο προηγούμενο κείμενο την υπογραφή του Ελληνοϊταλικού Συμφώνου ακολούθησε οι εσπευσμένες απαντήσεις  των Ισμέτ Πασά και Τεβφηκ Ρουστού με τις οποίες οι Τούρκοι πολιτικοί δήλωναν πως η χώρα τους αποδέχονταν το εδαφικό καθεστώς που είχε διαμορφωθεί , επιζητούσαν ένα διακανονισμό στις οικονομικές εκκρεμότητες των δύο κρατών και διατράνωναν την πίστη τους πως εφόσον υπάρχει η πολιτική βούληση η συμφωνία θα υπογράφονταν μετά από συνομιλίες μόλις τριών ημερών .

   Το δίχως άλλο εκπληκτικές φαίνονταν οι δηλώσεις τις Τουρκικής διπλωματίας καθώς από την αποχώρηση του Ελληνικού στρατού από τη Μικρασία αλλά και την ανταλλαγή πληθυσμών που ακολούθησε είχε περάσει ήδη τουλάχιστον μια πενταετία. Στην πενταετία αυτή οι Πρόσφυγες και στην Ελλάδα αλλά και στην Τουρκία είχαν γίνει σημαντικοί παράγοντες της δημόσιας ζωής των δύο χωρών . Στην Ελλάδα οι περισσότεροι των προσφύγων είχαν ενταχθεί στο κόμμα των Φιλελευθέρων και καθώς είχαν χάσει τις πολύ μεγάλες τους περιουσίες προσδοκούσαν λύση από την Ελληνική διπλωματία και πίεζαν έντονα προς αυτή την κατεύθυνση.

   Στη Τουρκία τώρα οι εκεί πρόσφυγες θεωρώντας πως η περιουσία τους ήταν πολύ μεγαλύτερη από των Ελλήνων ζητούσαν επιτακτικά μέσω του Τουρκικού κράτους υπέρογκες αποζημιώσεις. Την κατάσταση περιέπλεκε το γεγονός πως πολλοί σημαντικοί πολιτικοί παράγοντες της Τουρκίας είχαν εξαγοράσει από πρόσφυγες τα δικαιώματά τους στην ακίνητη περιουσία που εκείνοι άφησαν στην Ελλάδα  και τώρα απαιτούσαν πιέζοντας την απόδοση αυτών των κτημάτων .

   Η απαίτηση αυτή γινόταν  βάσει και της περίφημης «Ένατης δήλωσης» που έγινε κατά τη συνδιάσκεψη της Λωζάννης με την οποία Ελλάδα και Τουρκία αναλάμβαναν την υποχρέωση να επιστρέψουν στους ιδιοκτήτες τους τα κτήματα σε Ελλάδα και Τουρκία σε όλους αυτούς που έφυγαν πριν από τις 18 Οκτωβρίου 1912.

  Βέβαια η Ελλάδα αδυνατούσε να εφαρμόσει αυτή τη συμφωνία καθώς στα κτήματα των Τούρκων τσιφλικάδων είχαν  εγκατασταθεί οι Μικρασιάτες πρόσφυγες.  Η Ελλάδα πρότεινε να αποζημιώσει με άλλο τρόπο τους Τούρκους αλλά συνάντησε εκτός από την άρνηση , την σκλήρυνση της στάσης του Τουρκικού κράτους απέναντι στον Ελληνισμό της Πόλης, πράγμα που επαναλαμβάνονταν κάθε φορά που υπήρχε εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις.

      Πρέπει εδώ να σημειωθεί η δυσχερής θέση της χώρας μας καθώς ήταν και ηττημένη αλλά και απομονωμένη πολιτικά.

   Ήταν βέβαια παραπάνω από προφανές πως η περιουσίες των Ελλήνων ήταν πολύ μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες Τουρκικές αλλά το Τουρκικό κράτος δεν ήταν σίγουρο πως έγινε πλουσιότερο από αυτές καθώς πολλές είχαν καταστραφεί κατά τον πόλεμο του 1919-1922. Στη σύμβαση Ανταλλαγής του 1923 είχε προβλεφθεί πως αν ένα κράτος γινόταν πλουσιότερο να αποζημιώσει το άλλο που γίνονταν αντίστοιχα φτωχότερο. Επίσης η ίδια σύμβαση όριζε πως όλοι οι Έλληνες Ορθόδοξοι της Τουρκίας και οι Μουσουλμάνοι της Ελλάδας θα ήταν «ανταλλάξιμοι» εκτός από τους Έλληνες της Πόλης και τους Μουσουλμάνους που κατοικούσαν Ανατολικά του Νέστου.

 Είχε επίσης συσταθεί μια Μικτή Επιτροπή ( στην οποία συμμετείχαν και τρία ουδέτερα μέλη) , η οποία θα εκτιμούσε τα περιουσιακά στοιχεία των προσφύγων . Η επιτροπή είχε εγκατασταθεί στην Τουρκία και φυσικά επηρεάζονταν από αυτήν καθώς η ηττημένη Ελλάδα δεν είχε την ισχύ να απαιτήσει την αντικειμενική λειτουργία της επιτροπής.

Το Δεκέμβριο του 1926 οι δύο χώρες συμφώνησαν να εξαγοράσει η καθεμιά τα κτήματα των υπηκόων της μέχρι να ισοσκελιστούν οι όποιες οφειλές αλλά η Άγκυρα παρουσίασε τεράστιο αριθμό κτημάτων με αποτέλεσμα η διαδικασία να οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Μόλις η Ελλάδα διαμαρτυρήθηκε η Τουρκία σταμάτησε να αποδίδει κτήματα σε δικαιούχους Έλληνες της Πόλης.

   Κατόπιν τούτου και μετά την απαίτηση της Άγκυρας πως οι περιουσίες που εγκατέλειψαν οι Τούρκοι είχαν μεγαλύτερη αξία από τις αντίστοιχες Ελληνικές η Ελλάδα κατέβαλε ως εγγύηση το ποσό των 500.000 στερλινών παρότι αυτό δεν σήμαινε από μέρους της  και αποδοχή των Τουρκικών αξιώσεων.

  Υπήρχε λοιπόν εδώ ένα σοβαρό δίλημμα για την Ελλάδα η οποία ή επρεπε να κάνει παραχωρήσεις προς την Τουρκία ή έπρεπε να παρακολουθεί ανήμπορη την απογύμνωση του Ελληνισμού της Πόλης. Τα Ελληνικά συμφέροντα στην Τουρκία ήταν πολύ περισσότερα από τα αντίστοιχα Τουρκικά και γι’ αυτό η Τουρκία διέθετε περισσότερους μοχλούς πίεσης και μεγαλύτερη άνεση χρόνου.

   Ο Βενιζέλος αποφάσισε να γίνει ένας γενικός συμψηφισμός των οικονομικών εκκρεμοτήτων αν και ήταν πλέον σαφές πως η Ελλάδα θα έπρεπε να καταβάλει κάποια αποζημίωση  την οποία βέβαια η Ελληνική διπλωματία έπρεπε να περιορίσει  σε χαμηλό επίπεδο.

   Μετά από πολλές παλινωδίες και αντίστοιχες διαπραγματεύσεις και με συμμετοχή ουδέτερων διαπραγματευτών φάνηκε το τοπίο να ξεκαθαρίζει καθώς φαινόταν πως θα απαιτηθεί ένα ποσό της τάξης των 450.000 στερλινών  για αποζημίωση που θα κατέβαλε η Ελλάδα στην Τουρκία.

Η Ελληνική Κυβέρνηση μετά από εισήγηση του Πρωθυπουργού αποφάσισε να δεχτεί το παραπάνω τίμημα αλλά και πάλι οι Τούρκοι ήταν αυτοί που τορπίλισαν τη συμφωνία. Ήταν παραπάνω από φανερό πως ήθελαν και να απογυμνώσουν τους Έλληνες της Πόλης και να αποσπάσουν ένα μεγάλο ποσό από την Ελλάδα . Το αιώνιο Τουρκικό παιχνίδι λεηλασίας και αρπαγής. Προσπαθώντας να αποσπασθεί από αυτό το αδιέξοδο ο Βενιζέλος απέστειλε το Δεκέμβρη του 1929 ως Πρεσβευτή στην Τουρκία μια σημαντική προσωπικότητα της Ελληνικής διπλωματίας , τον Σπυρίδωνα Πολυχρονιάδη ο οποίος είχε εντολές να προχωρήσει το θέμα της συνεννόησης με την Τουρκία «πάση θυσία».  Ο νέος Πρεσβευτής είχε άριστες σχέσεις με τους Τούρκους επίσημους και προχωρούσε το θέμα ακόμη και με προσωπική επικοινωνία με τον Πρωθυπουργό. Το Δεκέμβρη του 1929 όμως η ελληνική πλευρά με έκπληξη διαπίστωσε πως η επιτροπή που είχε συσταθεί για την εκτίμηση των περιουσιών εμφάνιζε την αξία των Τουρκικών περιουσιών μεγαλύτερη από των Ελλήνων. ( Η έκπληξη πάντα ήταν η δικαιολογία  για να μην αναφερθεί ως ολιγωρία) . Τελικά συμφωνήθηκε η Ελλάδα να καταβάλει 450.000 στερλίνες ως αποζημίωση  και οι περιουσίες των προσφύγων Ελλήνων και Τούρκων δεν επιστράφηκαν αλλά οι ίδιοι θα έπαιρναν αποζημίωση.

  Στις 27 Ιουλίου 1930 ανταλλάχθηκαν στην Αθήνα τα όργανα της επικύρωσης της συμφωνίας η οποία άρχισε να εφαρμόζεται παρ’ όλες τις καθυστερήσεις των Τούρκων.  Η συμφωνία βέβαια αυτή συγκέντρωσε την μήνιν των προσφύγων Βουλευτών και της αντιπολίτευσης που κατηγόρησε την Κυβέρνηση ότι απεμπόλησε τα νόμιμα δικαιώματα των προσφύγων. Αξίζει να σημειωθεί εδώ πως αντιπολίτευση ήταν το Λαϊκό κόμμα η πολιτική του οποίου είχε φέρει την μικρασιατική τραγωδία και που στελέχη του απαγόρευαν την έλευση των προσφύγων για να μην διαταράξουν τις πολιτικές ισορροπίες.

Ο Βενιζέλος έκανε γνωστό σε όλους τους τόνους πως ο ιστορικός αγώνας αιώνων με τους Τούρκους τελείωσε και πως  αποστολή των Ελλήνων είναι  η δημιουργία ισχυρού κράτους ευημερούντος και η καλή γειτονία με την Τουρκία.

   Με την υπογραφή του οικονομικού συμφώνου του 1930 άλλαξε το τοπίο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις . Τον Ιούλιο του 1930 ο Βενιζέλος αποδέχτηκε την πρόταση του Γάλλου Πρωθυπουργού Μπριάν για ευρωπαϊκή ομοσπονδία προτείνοντας ταυτόχρονα και τη συμμετοχή της Τουρκίας σ’ αυτή , πράγμα για το οποίο η τουρκική Κυβέρνηση  εξέφρασε τις ευχαριστίες της . Έτσι τα πράγματα ήταν ώριμα για την επίσκεψη του Βενιζέλου στην Τουρκία , επίσκεψη που ετοιμάζονταν από το 1928.  Έτσι στις 25 Οκτωβρίου 1930 το καταδρομικό ‘Έλλη» μετέφερε τον Πρωθυπουργό στην Κωνσταντινούπολη όπου έγινε δεκτός με τιμές από τον Ελληνισμό της Πόλης. Ακολούθησε η επίσκεψη στην Άγκυρα και η συνάντησή του με Ισμέτ και Κεμάλ. Το άριστο κλίμα που δημιουργήθηκε κορυφώθηκε με την επίσκεψη του Ισμέτ Πασά (Ινονού) τον Οκτώβρη του 1931 στην Αθήνα.

    Η Ελλάδα προσέγγισε την Τουρκία καθώς τότε χρειαζόταν ένα στήριγμα απέναντι στις διεκδικήσεις της Βουλγαρίας και τον ηγεμονισμό της Γιουγκοσλαβίας. Ταυτόχρονα τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα της Ελλάδας (ναυτιλία. Τουρισμός, ανάπτυξη ) καθιστούσαν αναγκαία την προσέγγιση αυτή. Αργότερα σημειώθηκε η προσέγγιση με την Γιουγκοσλαβία (1953-1961) και πιο ύστερα ( 1896-1989) με τη Βουλγαρία πράγμα που  απομάκρυνε τον «από Βορράν κίνδυνο» καθιστώντας τη θέση της Ελλάδας στα Βαλκάνια αρκούντως ασφαλή.          Βέβαια από το 1974 και μετά η Τουρκία απομακρυνόμενη από τις αρχές της Ελληνοτουρκικής προσέγγισης που χάραξε ο Ελευθέριος Βενιζέλος και οι τότε ηγέτες της Τουρκίας  ακολουθεί μια επιθετική πολιτική η οποία δεν είναι σίγουρο ότι θα επιτύχει καθώς σήμερα είναι ορατά φοβερά εσωτερικά προβλήματα που την ταλανίζουν (οικονομικό, Κουρδικό) , αλλά και εξωτερικά καθώς είναι σχετικά απομονωμένη μιας και η νεοοθωμανική της πολιτική την καθιστά εξαιρετικά αντιπαθή.

  Οι Ελληνικές Κυβερνήσεις όμως από το 1930 και μετά χαράσσουν την πολιτική τους με βάση τις αρχές που έθεσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος τότε.

 

Με τιμή

Γρηγόρης Γιοβανόπουλος

Δάσκαλος

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΠΗΓΕΣ

Ευάνθης Χατζηβασιλείου ."Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, η ελληνοτουρκική προσέγγιση και το πρόβλημα της ασφάλειας στα Βαλκάνια, 1928-1931"

Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος larousse Britannica

Β. Τζανακάρης «Δακρυσμένη Μικρασία», Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2007.

Douglas Dakin “Η ενοποίηση της Ελλάδας» (1770-1923), εκδόσεις Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1982.

Θ. Βερέμης-Η. Νικολακόπουλος «Ο Ε. Βενιζέλος και η εποχή του», ΤΑ ΝΕΑ «Ιστορική βιβλιοθήκη».

Κωνσταντίνος Σβολόπουλος. η απόφασηγια την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδος και Τουρκίας.

Κωνσταντίνος Δ. Σβολόπουλος, Η απόφαση για την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία],

 

 

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter
Γρηγόρης Γιοβανόπουλος

Δάσκαλος με ειδίκευση στην Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας και του Νεοελληνικού Πολιτισμού

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

PRAXIS2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Who's Online

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 298 επισκέπτες και κανένα μέλος

ΜΕΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΟΙ ΜΑΖΙ ΜΑΣ

Τελευταια Νεα

Top