Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη εμπειρία

Αν δεν αλλάξετε τις ρυθμίσεις του προγράμματος περιήγησης, συμφωνείτε με αυτό.

Αποδέχομαι
23 Μαρ 2016

Αυτοί που πολέμησαν στην Επανάσταση του 1821 Κύριο

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Γράφει ο Γρηγόρης Γιοβανόπουλος

Στις 22 Φεβρουαρίου 1821 ο «γενικός επίτροπος της Αρχής» Αλέξανδρος Υψηλάντης περνά τον ποταμό Προύθο και μπαίνοντας στη Μολδαβία ουσιαστικά ανοίγει την αυλαία της ένδοξης ελληνικής επανάστασης, η οποία, εναντίον πάσης λογικής, θα κατορθώσει μετά από πολλές περιπέτειες να πετύχει την ανεξαρτησία ενός μικρού εδαφικού μέρους  του Ελληνισμού.

Ας δούμε ενδεικτικά μερικές σημαντικές ημερομηνίες:

Στις 14 Μαρτίου 1821 ο Νικόλαος Χριστοδούλου ή Σολιώτης  σε  ενέδρα χτυπά  φοροεισπράκτορες και  ταχυδρόμους που μετέφεραν χρήματα και επιστολές.

Στις 17 Μαρτίου οι Μανιάτες με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τον Κολοκοτρώνη ξεκινάνε από την Τσίμοβα (Αρεόπολη) για την Καλαμάτα .

Στις 23 Μαρτίου οι δυνάμεις των Ελλήνων μπαίνουν στην Καλαμάτα και υψώνουν τη σημαία της επανάστασης.

Στις  23 Σεπτεμβρίου 1821 έπεσε η Τριπολιτσά,

Στις 26 - 28 Ιουλίου του 1822 έγινε η μάχη στα  Δερβενάκια.

Στις   24 Φεβρουαρίου 1825 ο Ιμπραήμ πασάς  αποβιβάζεται στην  Πελοπόννησο.

Στις  6 Ιουλίου 1827 συνθήκη του Λονδίνου και συνεπεία αυτής,

 

Στις 20 Οκτωβρίου 1827 έγινε η ναυμαχία του Ναβαρίνου

Η τελευταία  μάχη εναντίον των Τούρκων, έγινε στην Πέτρα της Βοιωτίας, στις 12 Σεπτεμβρίου του 1829.με αρχηγό τον Δημήτριο Υψηλάντη.

Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου που υπογράφτηκε από Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία στις 22 Ιανουαρίου 1830 αναγνωρίστηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδας ενώ

Τα σύνορα του νέου κράτους οριστικοποιήθηκαν το 1832.

Ποιοι όμως συμμετείχαν σ’ αυτόν τον πολύχρονο και τιτάνιο αγώνα;

 Τα περισσότερα βιβλία Ιστορίας μας δίνουν τα ονόματα των πρωταγωνιστώνΚολοκοτρώνης , Καραϊσκάκης , Μαυροκορδάτος , Μπουμπουλίνα, Μπότσαρης , Τζαβέλλας, Μιαούλης , Κανάρης , Ανδρούτσος, Πετρόμπεης, Νικηταράς…κ.α.

Όλοι αυτοί βέβαια δεν πολεμούσαν μόνοι τους. Ηγούνταν κάποιων ανθρώπων που συνοπτικά ονομάζονται  «κλέφτες και Αρματολοί».

Είναι όμως τόσο απλά τα πράγματα;

- Τι έγιναν οι πολεμικότατοι  Σουλιώτες από το 1803 που συνθηκολόγησαν με τον Aλή πασά;

-Τι έκαναν οι κλέφτες της Πελοποννήσου και ο Κολοκοτρώνης από το 1806 που τους καταδίωξαν οι Τούρκοι μέχρι το 1821 στα Επτάνησα;      

-Οι Έλληνες ξαφνικά μετά από αιώνες σκλαβιάς και πολεμικής απραξίας ξύπνησαν στις αρχές του 19ου αιώνα και έκαναν την επανάσταση;

-Πως προέκυψε  αυτή η περίφημη περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη και το γιλέκο με τις λεοντοκεφαλές;

Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να απαντήσουμε σ’ αυτά τα ερωτήματα φωτίζοντας άγνωστες ή  λιγότερο γνωστές πτυχές της ιστορίας μας.

ΟΙ STRADIOTI

     Μπορεί οι Τούρκοι να μπήκαν στην Πόλη στις 29 Μαϊου 1453 αλλά δυστυχώς το χτύπημα που δέχτηκε το Βυζάντιο και ο Ελληνισμός  έγινε το 1204 από τους Φράγκους της 4ης Σταυροφορίας . Από τότε και μετά ο Ελληνικός χώρος εμφανίζεται διασπασμένος, υποταγμένος σε τοπικούς άρχοντες Δυτικούς , Έλληνες και Αρβανίτες. Έτσι όταν οι Τούρκοι πατούν στην Ευρώπη (δυστυχώς φερμένοι από άλλη μια αδελφοκτόνα διαμάχη) βρίσκουν ιδανικές τις συνθήκες και τις εκμεταλλεύονται κατακτώντας σταδιακά όλον τον Ελληνικό χώρο. Οι σημαντικότεροι αντίπαλοί τους είναι οι Βενετοί οι οποίοι κατέχουν από το 1204 σημαντικότατα και κομβικά σημεία της Ελλάδας και του Αιγαίου. (Εύβοια , Κρήτη , σημαντικά κάστρα και λιμάνια στην Πελοπόννησο, Ναύπακτο νησιά του Αιγαίου κ.τ.λ.).

Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι :Και οι Έλληνες , τι έκαναν οι Έλληνες; Δεν υπήρχαν Έλληνες πολεμιστές;  Πού βρίσκονταν όλοι αυτοί;

    Ευτυχώς το  ηρωικό πνεύμα της χιλιόχρονης ιστορίας  του Βυζαντίου επιζεί και εκδηλώνεται με την ένοπλη δράση ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων που δρουν είτε μόνα τους είτε  στο πλευρό των Βενετών, ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο και στα παράλια της Αδριατικής. Οι ένοπλες ομάδες αποτελούνται από «στρατιώτες», που στα βενετικά κείμενα αναφέρονται  με τον τύπο stradioti. Με τη δράση τους καλύπτουν την περίοδο από τον 15ο αιώνα μέχρι και τον 17ο,  και οι μετέπειτα ένδοξοι κλέφτες και αρματολοί της ελληνικής επανάστασης  είναι οι απόγονοί τους.

Οι stradiotiθα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους Βενετούς στο πλαίσιο των πολεμικών τους αναμετρήσεων με τους Οθωμανούς, οι οποίες ξεκινούν πολύ σύντομα μετά την άλωση αλλά θα περάσουν και στη Δύση, όπου θα δοξαστούν και θα τιμηθούν από τους Άρχοντες των Βενετών.

Θα πρέπει να Θυμίσουμε πως οι Οθωμανοί μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης ξεκινούν μια σαρωτική επέλαση και σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα θα ελέγξουν όλο τον Ελληνικό χώρο

Στο ίδιο χρονικό διάστημα εξουδετέρωσαν και τις αντιστάσεις των άλλων βαλκανικών λαών  καταλαμβάνοντας τη Σερβία, τη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη (1459-1466) και μετά το θάνατο του Γεωργίου Καστριώτη - Σκεντέρμπεη (1468),την ανυπότακτη περιοχή της Αλβανίας. Λίγο αργότερα οι στρατιές του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς εμφανίζονται μπροστά στα τείχη της Βιέννης (1529).  

Τα σώματα των stratiodiκαι το όνομα με  το  οποίο είναι γνωστά είναι πολύ πιθανό έχουν βυζαντινή προέλευση. Τον όρο τον βρίσκουμε συχνά σε βυζαντινά κείμενα, άλλοτε με τη σημασία του ενόπλου και άλλοτε με τη σημασία ιδιαίτερης τάξης.

 Έτσι στην Πελοπόννησο και σε άλλα σημεία του ελλαδικού χώρου η πολεμική παράδοση των βυζαντινών πολεμιστών  συνεχίζεται και ο θεσμός παρουσιάζεται ανανεωμένος μέσα στα πλαίσια που η ιστορική ανάγκη απαιτούσε.

Τα βενετικά έγγραφα της εποχής και ιδιαίτερα οι εκθέσεις των προβλεπτών και των άλλων αξιωματούχων της Βενετίας στην περιοχή ,μας δίνουν πλήθος πληροφοριών για τη δράση αυτών των θρυλικών πολεμιστών Αξίζει να σημειωθεί  πως οι Έλληνες stradiotiπου αγωνίζονταν δίπλα στους Βενετούς, αντιμετωπίζοντας τους Τούρκους αγωνίζονταν  συνειδητά για τα  πάτρια εδάφη .

Πόσο υπολόγιζαν οι Τούρκοι τη δράση των στρατιωτών αυτών φαίνεται από το γεγονός ότι το 1479 ο φλαμπουριάρης του Μορέως ζήτησε από τον Βενετό προβλεπτή του Ναυπλίου να απομακρύνει τις ένοπλες ομάδες των Ελλήνων από την περιοχή, γιατί μόνο έτσι θα ήταν δυνατό να εξασφαλισθεί διαρκής ειρήνη και φιλία της Βενετίας και του σουλτάνου. Τον ίδιο χρόνο, όταν η Βενετία θέλησε να μεταφέρει ένα μέρος από τα σώματα των stradiotiστη Δύση, αντιπρόσωποί τους παρουσιάσθηκαν στη Γερουσία και δήλωσαν πως η απομάκρυνσή τους  είναι απαράδεκτη, αφού μπορούν να προσφέρουν περισσότερες υπηρεσίες φρουρώντας την πατρίδα τους.

Σε συνέχεια του διαβήματος αυτού οι  stradiotiεξεγείρονται το 1480. Ο Θεόδωρος Κλαδάς, από τους σημαντικότερους αρχηγούς στρατιωτών,  ενώθηκε  με κλέφτες της περιοχής Θεόδωρο Μπούα, και  Μποζίκη κατέλαβε αρκετά κάστρα, επιτέθηκε κατά  των Τούρκων του Άργους και αφού εξουδετέρωσαν τη φρουρά των γενίτσαρων κατευθύνθηκαν προς τη Μάνη.

     Έτσι εξηγείται ο θαυμασμός των Βενετών για τους στρατιώτες, που χαρακτηρίζονται το 1494 από τον MarinoSanutoσαν «άριστος προμαχώνας» της Πελοποννήσου. Ο ίδιος μας μιλεί για τις άριστα οργανωμένες επιδρομές τους, για τις αιφνιδιαστικές επιθέσεις τους και για τη λιτότητα της ζωής τους. Μια άλλη περιγραφή των στρατιωτών, τον ίδιο χρόνο, από τον Φίλιππο deCommynes, απεσταλμένο στη Βενετία του Καρόλου Η΄, είναι το ίδιο ενθουσιώδης, χαρακτηρίζονται γενναίοι και καρτερικοί, που κοιμούνται ολοχρονής στο ύπαιθρο με τα άλογά τους και δεν σκέπτονται παρά τον πόλεμο. Είναι όλοι Έλληνες και προέρχονται από τα φρούρια που κατέχουν οι Βενετοί, άλλοι από το Ναύπλιο και άλλοι από το Δυρράχιο.

     Με σπαθί κρεμασμένο στη ζώνη τους, με δίστομο μαχαίρι  και με δόρυ ή ρόπαλο, προστατευμένοι με ελαφρό θώρακα από βαμβάκι πραγματοποιούσαν ξαφνική  έφοδό  με τα γυμνασμένα ταχύτατα άλογά τους , αιφνιδιάζοντας τον αντίπαλό  τους. Ο ελαφρός αυτός οπλισμός τους, τους έκανε να υπερέχουν από τους δυσκίνητους, λόγω της βαριάς πανοπλίας τους, ιππότες της κεντρικής και της δυτικής Ευρώπης.  Έτσι αυτή  η τακτική τους επηρέασε την πολεμική τακτική της Δύσης, αλλά και πολλοί από αυτούς υπηρέτησαν σε ξένους στρατούς και διακρίθηκαν ιδιαίτερα σε πολέμους της Βενετίας.

  Οι ξένοι εντυπωσιάζονταν από την  αντοχή τους στην πείνα, στη δίψα και στην αγρύπνια, την ικανότητά τους να περνούν με καταπληκτική ευχέρεια τα πιο δύσβατα μονοπάτια και η τακτική του αιφνιδιασμού, την οποία εφάρμοζαν πάντοτε με επιτυχία. Είναι η τακτική που θα υιοθετήσουν οι κατοπινοί κλέφτες.

   Από  ψηφίσματα της Βενετίας μαθαίνουμε και τα ονόματα πολλών από τους Έλληνες στρατιώτες, ανάμεσα στους αρχηγούς των οποίων μνημονεύονται ο Βρετός και ο Ζόρζης Βοζίκης, ο Μανόλης και ο Πιέρρος Κλαδάς, ο Καβάκης  Ευδαιμονογιάννης, ο Έκτωρ Ρενέσης. Αλλά από τους ονομαστότερους αρχηγούς στρατιωτών στα ευρωπαϊκά μέτωπα στο τέλος του 15ου και στις αρχές του 16ου αιώνα υπήρξε ο Αρβανίτης Μερκούριος Μπούας, από το Ναύπλιο της Πελοποννήσου, που τα κατορθώματά του μας αφηγείται σε εκτενές στιχούργημα ο σύγχρονός του στρατιώτης Τζάννες Κορωναίος.

Οι στρατιώτες αυτοί, αν και αποκομμένοι πια από τον ελληνικό χώρο, δεν έπαψαν ποτέ να αισθάνονται υπερηφάνεια για την καταγωγή τουςκαι προσπάθησαν με ποικίλους τρόπους να διατηρήσουν το δεσμό τους με τις εθνικές ρίζες. Μέσα σ’ αυτή την προσπάθεια πρέπει να ενταχθεί η αίτησή τους προς τη Βενετία, στις 4 Οκτωβρίου 1511, από την οποία ζητούσαν την άδεια να ανεγείρουν στην πόλη των δόγηδων ορθόδοξο ναό, επειδή του παρεκκλήσιο του αγίου Βλασίου, που τους είχε παραχωρηθεί, ήταν πολύ μικρό. Οι βενετικές αρχές αποδέχτηκαν αμέσως το αίτημα κι έτσι κτίσθηκε κοντά στο ναό του Αγίου Μάρκου ο ορθόδοξος ναός του Αγίου Γεωργίου, του αγίου που οι στρατιώτες θεωρούσαν προστάτη τους.

Ο τρόπος ζωής των στρατιωτών πρέπει να επηρέασε τη νοοτροπία των ελληνικών πληθυσμών, στις περιοχές τουλάχιστον εκείνες που υπήρξαν πεδίο πολεμικών επιχειρήσεων ανάμεσα σ’ αυτούς και στους Τούρκους. Υπερασπιστές χωριών και κάστρων, ανυπότακτοι αγωνιστές της ελευθερίας πριν γίνουν μισθοφόροι στη βενετική δημοκρατία, οι στρατιώτες πρόσφεραν ένα πρότυπο αξιομίμητο για τους ντόπιους. Και δεν είναι ασφαλώς άσχετη με τη δράση των στρατιωτών η ανεξαρτησία της Μάνης, που τα βουνά της έμειναν απάτητα από τους Τούρκους στους αιώνες της σκλαβιάς. Ο αναγνώστης δεν θα δυσκολευθεί να αναγνωρίσει επιβίωση του θεσμού των στρατιωτών στο παρακάτω απόσπασμα από την περιγραφή που μας άφησε για τους Μανιάτες ο Γάλλος περιηγητής Castella, ο οποίος επισκέφτηκε την περιοχή το 1600: «Οι Τούρκοι έχουν υποστεί μεγάλες φθορές κατά τις πολυάριθμες επιδρομές τους εναντίον των Μανιατών. Αυτοί οι ορεσίβιοι αγρυπνούν νύχτα μέρα για να διατηρήσουν την ελευθερία τους και δεν εννοούν να αναγνωρίσουν κανέναν ηγεμόνα επί της γης. Είναι φορτωμένοι με τόσα όπλα που μοιάζουν με σκαντζόχοιρους. Δεν τους αρκεί η πελώρια σπάθα. Κουβαλούν στον ώμο ένα ντουφέκι και στα χέρια κρατούν ένα τσεκούρι ένα ρόπαλο και μια κοντή λόγχη.»

 ΑΛΛΑ ΕΝΟΠΛΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΩΜΑΤΑ

Μπορεί  η κλεφτουριά της Τουρκοκρατίας και η εμπειρία των Αρματολών να  αποτέλεσε, τη μαγιά της επανάστασης , αλλά θα πρέπει να εξεταστεί και η περίοδος που οι Έλληνες ένοπλοι εκόντες άκοντες θα έρθουν σε επαφή με τους εξελιγμένους στρατούς των Δυτικοευρωπαίων καθώς πολλοί από αυτούς «κρέμασαν φούντα για ξένον στο σπαθί τους», μπαίνοντας  στην υπηρεσία Ρώσων, Βρετανών, Γάλλων κ.ά., και φθάνοντας στην Αίγυπτο, τα Επτάνησα, την Ιταλία, στην Τυνησία τη Δαλματία και το Αιγαίο.

Η Ελληνική Λεγεών  (Legion Grecque)

από το 1768 που ξεσπά ο ρωσο-τουρκικός  πόλεμοςο ελλαδικός χώρος θα βρεθεί σε μια συνεχή αναταραχή και πολλοί πολεμιστές από την Πελοπόννησο , αλλά και την Ήπειρο μιας και μαίνονταν οι πόλεμοι του Αλή Πασά εναντίον των Σουλιωτών , θα βρεθούν στα Επτάνησα και θα πολεμήσουν με τους Γάλλους κατά των Ρωσοτουρκικών δυνάμεων.

. Σ ’αυτούς υπήρχε  κι ένας νεαρός Θεσσαλός, ο Χρυσαφής Χατζηβασίλης, ο μετέπειτα γνωστός με το όνομα Χριστόφορος Περραιβός. Ήταν σύντροφος του Ρήγα Βελεστινλή, συνελλήφθη μαζί του , δραπέτευσε και το 1798 τον βρίσκουμε στην Πρέβεζα, όπου διακρίθηκε πολεμώντας στο πλευρό της γαλλικής φρουράς.

    Το 1798, ο Χατζή Νικόλαος Παπάζογλου από τον Τσεσμέ της Μικρασίας διοικούσε ένα μικρό στόλο από εικοσι πέντε εξοπλισμένα σκάφη και άλλα τόσα οπλιταγωγά με ναυτικούς από τα Ψαρά, τη Σάμο, τη Μύκονο, την Αίγινα, την Κρήτη και άλλες περιοχές. Δρούσε στο Δέλτα του Νείλου και ήταν στην υπηρεσία του Μαμελούκου Μουράτ μπέη της Αιγύπτου.

Όταν τον Ιούλιο του 1798 οι Γάλλοι αποβιβάστηκαν στην Αίγυπτο, ο Παπάζογλου  δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στο στολίσκο του υποναυάρχου Ζαν Μπατίστ Περρέ (Jean Baptiste Perree), που επιχειρούσε να αναπλευσει τον ποταμό Νείλο .Όμως μετά  την αποφασιστική μάχη των Πυραμίδων (21 Ιουλίου), αποσκίρτησε από τους Μαμελουκους και προσχώρησε στο στρατηγό Βοναπάρτη, συγκροτώντας αρχικά τρεις λόχους (27 Οκτωβρίου 1798) των 100 ανδρών ο καθένας, που πολέμησαν

κατά το υπόλοιπο της εκστρατείας της Αιγύπτου στο πλευρό των Γάλλων.   Η   δύναμη αυτή, ονομάστηκε Ελληνική Λεγεών (Legion Grecque)και  αποτελούνταν από τους  ναυτικούς του λοχαγού - αρχικά και στη συνέχεια συνταγματάρχη - «Nicole», όπως τον αναφέρει πυκνά ο Ναπολέοντας στην υπηρεσιακή αλληλογραφία της περιόδου εκείνης. Ήταν  άνδρες ιδιαίτερα έμπειροι στο χειρισμό του πυροβολικούκαι  σύντομα ενισχύθηκαν από  άλλους Έλληνες  και ενθουσιώδεις εθελοντές.

 Ο Αδαμάντιος Κοραής, στο  «Άσμα ΠοΛεμιστήριον των ενΑιγύπτω περί ελευθερίας μαχόμενων Γραικών» του 1800 και το πεζό Σάλπισμα Πολεμιστήριον του 1801, χαιρετίζει τη συμμετοχή Ελλήνων εθελοντών «υπό τον Γραικόν Ταξίαρχον τον Χατζή Νικολήν» στο πλευρό του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος και σημαίνει προσκλητήριο στους υπόλοιπους: «Όσοι ευρίσκεσθε εις Αίγυπτον μιμήθητε τας ανδραγαθίας των Γάλλων ...Όσοι δε ευρίσκεσθε διασκορπισμένοι εις την Ελλάδα, μέρος μεν δράμετε με προθυμίαν και γρηγορότητα εις Αίγυπτον [...], το δε λοιπόν μέρος μείνατε εις την Ελλάδα εξωπλισμένοι, και έτοιμοι να δεχθήτε τους ελευθερωτάς της Ελλάδος τους Γάλλους, και τους φίλους των Γάλλων και συμμάχους, τους στρατιώτας του κραταιού Αυτοκράτορος της Ρωσίας».

Ο  ενθουσιασμός αυτός του Κοραή θα ατονήσει ωστόσο στη συνέχεια, ύστερα από τη μεταστροφή της ανατολικής πολιτικής του Ναπολέοντα.

Οι Κυνηγοί της Ανατολής

 Μετά από τρία χρόνια σκληρού πολέμου, οι Γάλλοι  αποχώρησαν από την Αίγυπτο το Σεπτέμβριο του 1801. Αλλά τετρακόσιοι περίπου Έλληνες πολεμιστές, και αρκετοί κόπτες, που είχαν επίσης συνεργασθεί με τους Γάλλους, ακολούθησαν τους τελευταίους μετά την εκκένωση της Αιγύπτου στη Γαλλία. Εκεί  το 1802, υπό τη διοίκηση του Παπάζογλου, συγκροτήθηκε το Σύνταγμα των Κυνηγών της Ανατολής (Chasseurs α" Orient) Η δύναμη του συντάγματος ήταν οκτώ λόχοι (από τους οποίους ο ένας του πυροβολικού) και  έδρασαν στην Δαλματία, στην Ήπειρο και στα  Επτάνησα.        Μετά τη φυγή των Γάλλων αρκετοί Έλληνες  συμπολεμιστές του Παπάζογλου «δεν επείθοντο να μεταβώσιν εις την Δύσιν», και παρέμειναν στην Αίγυπτο και σαράντα από αυτούς, στρατολογήθηκαν στα τέλη του 1804 από τον πρώην πρόξενο των ΗΠΑ στην Τύνιδα Γουίλιαμ Ήτον (William Eaton), μαζί με  Αιγυπτίους και Λίβυους, καθώς και Γάλλους, Ιταλούς, Σκοτσέζους, Γερμανούς και άλλους Ευρωπαίους που είχαν παραμείνει εκεί μετά την εκστρατεία του Ναπολέοντα, και έλαβαν μέρος στη ναυτική και στρατιωτική επιχείρηση που οργάνωσαν οι Αμερικανοί κατά του πασά της Τρίπολης της Λιβύης, Γιουσούφ Καραμανλή. Η επιχείρηση αυτή κατέληξε στην κατάληψη της Ντέρνα στην Κυρηναϊκή στις 27 Απριλίου του 1805, και η «θαρραλέα» συμβολή των Ελλήνων πολεμιστών απέσπασε ρητή εύφημο μνεία σε ψήφισμα του Κογκρέσου των ΗΠΑ (18 Μαρτίου 1806).

 

 Η Πεζική Λεγεών Ελαφρών Κυνηγετών

Στο μεταξύ, με τη  Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (21.3.1800) τα Επτάνησα περνούν στη ρωσική προστασία και Ρωσικός στρατός αποβιβάζεται στα νησιά. Εκεί βρισκόταν τρεις περίπου χιλιάδες Σουλιώτες ππου μετά την πτώση του Σουλίου το 1803 κατέφυγαν εκεί από την Πάργα. Η παρουσία τους  ήταν προβληματική καθώς «Απεστρέφοντο τας ειρηνικός φιλοπονίας» και «μη δυνάμενοι να υποστώσι τον γεωργικόν βίον», καθώς επισημαίνει ο Ζακυνθινός ιστορικός Παναγιώτης Χιώτης, ζούσαν «κλέπτοντες και διαρπάζοντες τα ζώα και αίγας των περιοίκων», προκαλώντας έτσι ταραχές και διαμαρτυρίες. Μοναδική φροντίδα των σκληροτράχηλων αυτών ορεσίβιων, όπως τουλάχιστον φάνταζε στα μάτια των Επτανησίων, ήταν «να καθαρίζωσι τα όπλα και να σημαίνωσι την κιθάραν, τραγουδώντες αλβανιστί τους ηρωισμούς».

 Έτσι ο Ρώσος στρατηγός Ανρέπ πρότεινε να αξιοποιηθούν στρατιωτικά οι εμπειροπόλεμοι εκείνοι άνδρες. Οι σουλιώτες δέχτηκαν να υπηρετήσουν υπό τους Ρώσους αλλά  ζήτησαν «να μη τους συναριθμήση εις την τακτικήν στρατιωτικήν, αλλά να τους αφήση εις το πάτριον είδος του πολέμου, εν ω εγυμνάσθησαν ανέκαθεν, δια του οποίου είναι πεπεισμένοι ότι εκτελέσουσι τα χρέη ευαρεστότερα και επιτυχέστερα».

  Οι Ρώσοι λοιπόν  σχηματισαν αρκετές μονάδες  από Σουλιώτες, Χιμαριώτες, Ηπειρώτες, Ακαρνάνες, Μανιάτες και Μοραΐτες πολεμιστές, με αρχηγούς τους Φώτο και Ζυγούρη Τζαβέλλα ,Ζέρβα,  Γκόγκα  Δαγκλή  Δήμο και Γεώργιο Δράκο, τον μπεηζαδέ Πιέρρο Γρηγοράκη, γιο του Τζανέτμπεη της Μάνηςκαι  Αναγνώστη Παπαγεωργίου, γνωστότερο ως Αναγνωσταρά, τον Χριστόφορο Περραιβό κ.ά. Το σώμα αυτό ονομάστηκε  Πεζική Λεγεών Ελαφρών Κυνηγετών, είχε 2.760 άνδρες ,κατανεμημένους σε 6 ταξιαρχίες των 4 εκατονταρχιών η καθεμία, 

     Οι λεγεωνάριοι έφεραν «τα εδικά των άρματα και ενδύματα κατά τη συνήθειαν του γένους των», την γνωστή μας δηλαδή φορεσιά  των πολεμιστών μ ετη φουστανέλλα , το γιλέκο κ.τ.λ. και κατατασσόμενοι ορκίζονταν «να δουλεύσουν τον κραταιότατον Αυτοκράτορα απασών των Ρωσιών και να πηγαίνουν εναντίον εις κάθε εχθρόν, όπου ο αρχιστράτηγος των Αυτοκρατορικών Αρμάτων ήθελε τους προστάξει».

    Διοικητής της Λεγεώνας ανέλαβε αρχικά ο Ρώσος στρατηγός κόμης Μπέκεντορφ,  που αντικαταστάθηκε σύντομα από τον καταγόμενο από

τη Τζια στρατηγό του ρωσικού στρατού Εμμανουήλ Παπαδόπουλο, ο οποίος δημοσίευσε στην Κέρκυρα ένα εγχειρίδιο τακτικής με τίτλο . «Διδασκαλία στρατιωτική προς χρήσιν των Ελλήνων (1804)» και στη συνέχεια έναν κανονισμό με τίτλο Ερμηνεία της συνισταμένης Λεγεώνος των Ηπειροτο-Σουλιωτών και Χιμαρο-Πελοποννησίων (1805), στην εισαγωγή του οποίου, αφού υπογράμμιζε ότι «η τέχνη η πολεμική εξηκριβώθη και εβάλθη εις τάξιν και κανόνας από τους παλαιούς Έλληνας», καλούσε τους άνδρες του «να εγχαράξουν εις τας καρδίας των ότι είναι απόγονοι εκείνων των περίφημων Ελλήνων, του πολεμικωτάτου και τακτικωτάτου λέγω Πύρρου και του ουχί προ πολλού ημών ανδρειοτάτου και μεγαλόψυχου Σκαντερπέργ» [: Σκεντέρμπεη] και να δείξουν τον απαιτούμενο ζήλο, με τη βεβαιότητα ότι «θέλετε δοξασθή πάλιν και θέλετε δοξάσετε το όνομα το Ελληνικόν».

   Η δράση της Λεγεώνας ήταν σημαντική παρότι η ζωή της ήταν σύντομη. Το φθινόπωρο του 1805 συμμετείχε στην εκστρατεία της Ιταλίας  κατά των Γάλλων. Στη διάρκεια της εκστρατείας αυτής, διακρίθηκαν ο Φώτος Τζαβέλας με τη γυναίκα του, ο Χρίστος Καλόγερος από την Τσαμουριά και ο Μοραΐτης Νικήτας Σταματελόπουλος, ο γνωστός μας στη συνέχεια Νικηταράς.

     Όμως η νίκη του Ναπολέοντα στο Αούστερλιτς (2 Δεκεμβρίου 1805) υπήρξε άλλαξε τα δεδομένα για τη Νότια Ιταλία.  Γράφει  ο Νικηταράς στα

απομνημονεύματα του: «Εις τη Ζάκυνθο τότε πάγω, γράφομαι εις τα στρατεύματα [τα Ρουσ-σικά]. Πάμε εις τη Νεάπολη. Είμεθα εικοσιπέντε χιλιάδες να πάμε στη  Ρώμη. Ετσακίστηκε ο αυτοκράτορας ο Ρούσσος στάθηκε εΐς το Οστερλίτζ. Μας κυνηγούν. Επιστρέφομε». 

    Το 1806 η Λεγεώνα  αποβιβάστηκε στη Δαλματία  και έλαβε μέρος στην πολιορκία του Dubrovnik που κατείχαν οι Γάλλοι. Εκεί  βρέθηκε αντιμέτωπη με το  Σύνταγμα των Κυνηγών της Ανατολής, που μαζί  με Σλάβους, Αλβανούς και Ηπειρώτες  πολεμούσε στο πλευρό των Γάλλων, με αρχηγό τον Παπάζογλου. Στη διάρκεια εκείνων των επιχειρήσεων διακρίθηκαν τέσσερις Έλληνες αξιωματικοί του γαλλικού σώματος, ο ταγματάρχης Γαβριήλ Σιδέριος και οι λοχαγοί Ν. Κυριάκος, Ιωάννης Χαραγλής και Ματθαίος Σαμοθράκης, κερδίζοντας το παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής. Εκεί βρέθηκε συμπολεμιστής τους και ένας Γάλλος ταγματάρχης αποσπασμένος στο επιτελείο του στρατάρχου Μαρμόν (Marmont), ο Κάρολος Φαμπιέ (Charles Fabvier), που επρόκειτο να γίνει ιδιαίτερα γνωστός στους Έλληνες στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, με το εξελληνισμένο όνομα Φαβιέρος. Στον νέο ρωσο-τουρκικό πόλεμο τον Οκτώβρη του  1806 η Λεγεώνα  επιχείρησε ανεπιτυχή απόβαση στην Τένεδο, κατά τη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο Σουλιώτης οπλαρχηγός Γκόγκας Δαγκλής.

    Το Μάρτιο  του 1807  ο Αλή πασάς επιχείρησε προσβολή της Λευκάδας από τις ακτές της Ηπείρου με τη βοήθεια  γαλλικού πυροβολικού: «Αυτά προξένοντι δια σινεργίας του καννονιέρου φραντζέζου, όπου ο εχθρός έχι 40 τον αριθμόν», γράφει στις 28 Μαΐου 1807 από την πολιορκούμενη Λευκάδα στον αδελφό της η Άννα Γούργια Σετίνη: «τους οποίους επιστατέβι ένας κολονέλος φραντζέζος Χαντζί Νικόλαος Πτολεμέος γρεκός», δηλαδή ο προαναφερόμενος συνταγματάρχης Παπάζογλου (χαρακτηριζόμενος «Πτολεμαίος» προφανώς λόγω Αιγύπτου).

Το φρούριο της Αγίας Μαύρας υπερασπίζονταν ένα ρωσικό τάγμα και απόσπασμα της Λεγεώνας, ενώ στην ενίσχυση των οχυρώσεων επιστατούσε, ένας άλλος Έλληνας που είχε μέλλον: «Χθες [=27 Μαΐου 1807] αρεβάρισε ο κ. Κόμης Καβοδίστριας από Κοριβούς (Κέρκυρα). Αυτός είναι πληρεξούσιος εις τα πάντα».Ο αγώνας συνεχίστηκε αμφίρροπος επί μήνες, στη διάρκεια των οποίων, πέραν του στρατηγού Παπαδόπουλου, διακρίθηκαν για τη δράση τους, από επτανησιακή πλευρά, ο Περραιβός, ο Κίτσος Τζαβέλας, ο Κίτσος Μπότσαρης, ο Κατσαντώνης και άλλοι. Ήδη όμως η νέα συγκυρία οδηγούσε στην υπογραφή της Συνθήκης του Τιλσίτ (Αύγουστος 1807), βάσει της οποίας η Ρωσία παραχώρησε τον έλεγχο επί των Ιονίων Νήσων στη Γαλλία, με αποτέλεσμα τη διακοπή των εχθροπραξιών και την απόλυση των βαθμοφόρων της Πεζικής Λεγεώνας των Ελαφρών Κυνηγετών (διαταγή υποστράτηγου Παπαδόπουλου της 30ης Αυγούστου 1807).

 

Οι Λόχοι Ελλήνων Κυνηγών (Chasseurs a pied Grecs)

Έτσι οι Γάλλοι ξανάρχονταν στα Επτάνησα το 1807 και  3.000  περίπου Έλληνες και Σουλιώτες οπλοφόροι της Λεγεώνας βρίσκονταν  άνεργοι διασκορπισμένοι στα νησιά . ΟΓάλλος γενικός διοικητής στρατηγός Καίσαρ Μπερτιέ (Cesar Berthier)  για να αποφύγει τις ταραχές αλλά και για να αξιοποιήσει  τους εμπειροπόλεμους αυτούς Έλληνες αποφάσισε να συγκροτήσει σε κάθε γαλλικό σύνταγμα  δύο ελαφρούς λόχους ,με αρχηγό τον οπλαρχηγό  Χρηστάκη Καλόγερο από την Πρέβεζα. Αργότερα η διοίκησή τους ανατέθηκε στον Γάλλο ταγματάρχη Ζαν Λουί Μινό (Jean Louis Toussaint Minot), παλαίμαχου των εκστρατειών της Ιταλίας και της Αιγύπτου. Αρχικά αποφασίστηκε η συγκρότηση του λεγομένου Αρβανίτικου Συντάγματος, δύναμης 3.254 ανδρών με 14μελές επιτελείο (Δεκέμβριος 1807), και στη συνέχεια η επιπλέον δημιουργία οκτώ Λόχων Ελλήνων Κυνηγών με 951 άνδρες (Μάρτιος 1808).

Το Σύνταγμα των Αλβανιτών   (Regimen t Albanais)

   Τον Ιούλιο του 1809 οι δύο σχηματισμοί  ενοποιήθηκαν με τον τίτλο του Συντάγματος των Αλβανιτών, συνολικής δύναμης 2.934 ανδρών και 150 αξιωματικών, κατανεμημένων σε έξι τάγματα υπό τις διαταγές αντίστοιχα των Κωνσταντίνου Ανδρούτση, Χρήστου Καλόγερου, Φώτου Τζαβέλλα, Χρηστάκη Καλόγερου, Κίτσου Μπότσαρη και Αναγνωσταρά. Ενδεικτική είναι η πλήρης σύνθεση του τέταρτου τάγματος, για το οποίο διαθέτουμε αναλυτικά στοιχεία. Διοικητής είναι ο Φώτος Τζαβέλας, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη (Τενέντε Κολονέλος) και υποδιοικητής ο Χριστόφορος Περραιβός, με το βαθμό του ταγματάρχη (Μαγγιόρος). Το τάγμα στελεχώνεται με αρχηγικά στελέχη της φάρας Τζαβέλα, πλαισιωμένα από τους οπαδούς της, τα αρχηγικά δηλαδή μέλη συγγενικών ή φιλικά προσκείμενων γενών», όπως ήταν τα γένη Δράκου, Φωτομάρα, Καραμπίνη και Βεΐκου.

    Το φθινόπωρο του 1809, ο αγγλικός στόλος εμφανίζεται  στα νερά του Ιονίου και στρατεύματα αποτελούμενα από Βρετανούς, Κορσικανούς, Καλαβρέζους, Σικελούς, Γερμανούς και Ελβετούς υπό το στρατηγό Τζον Όσβαλντ (John Oswald) αποβιβάζονται  στη Ζάκυνθο και την καταλαμβάνουν καθώς οι τέσσερις λόχοι του Αναγνωσταρά δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν.

Την επόμενη χρονιά τα βρετανικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Λευκάδα,

όπου διεξήχθη σκληρός αγώνας, στον οποίο διακρίθηκαν τα ελληνο-αλβανικά τμήματα, μέχρι την παράδοση του φρουρίου στους Άγγλους στις 21 Απριλίου 1810. Κατόπιν αυτού, ο Μινό, αντιπρότεινε (20 Μαΐου 1810) την αναδιοργάνωση του Συντάγματος, του οποίου η δύναμη ανερχόταν πλέον σε 1600 άνδρες, με την τοποθέτηση 200 στην Πάργα και  τη συγκρότηση ενός αποσπάσματος 500 επίλεκτων της Αυτοκρατορικής Φρουράς

    Το 1813, στάλθηκαν  τρεις Σουλιώτες σωματοφύλακες στο Ναπολέοντα, των οποίων δυστυχώς αγνοούμε τα ονόματα.

 Στις βρετανικές αποβατικές επιχειρήσεις του 1809, διακρίθηκε ο ιρλανδικής καταγωγής ταγματάρχης  Ριχάρδος Τσωρτς (Richard Church ),που  εισηγήθηκε στη βρετανική διοίκηση τη συγκρότηση ενός εθελοντικού ελληνικού τάγματος, στο οποίο κατετάγησαν κάποιοι από τους παλαίμαχους των Ελαφρών Κυνηγών και του Ελληνο-αλβανικού Σώματος, αλλά και αρκετοί ανερχόμενοι οπλαρχηγοί της επόμενης γενιάς. Έτσι, όταν τα βρετανικά στρατεύματα έφθασαν στη Λευκάδα το 1810, όπως προαναφέρθηκε, βρέθηκαν αντίπαλοι  αφενός οι Έλληνες, που είχαν ήδη στρατευθεί στο πλευρό των Βρετανών, υπό τους Λεπενιώτη (αδελφό του Κατσαντώνη), Κωνσταντή Πετμεζά και Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, και αφετέρου η ελληνο-αλβανική φρουρά, που υπεράσπιζε το φρούριο εν ονόματι των Γάλλων.

Αρχικά αποβιβάστηκε  στο νησί ο  Κολοκοτρώνης που προσπάθησε να πείσει  τους ομοεθνείς του της απέναντι πλευράς να έρθουν σε συμβιβασμό: «Αντάμωσα εις ένα μέρος τους Έλληνας εις την γαλλικήν δούλευση και τους είπα «Τι κάμνετε; Ιδού ο στόλος ο αγγλικός έρχεται!». Αυτοί με απεκρίθησαν ότι «Είμεθα ορκωμένοι και θα πολεμήσομε». «Ε, τους είπα, πολλά καλά σαν είναι έτσι, τραβηχθήτε εις τας θέσεις σας και ημείς θα πολεμήσομε». Ο  Βρετανός διοικητής σκέφτηκε  να πραγματοποιηθεί απόβαση τη νύχτα, αλλά ο Κολοκοτρώνης  τον απέτρεψε, επισημαίνοντας του ότι «δεν πρέπει να κάμομε τεσβάρκο, διότι είμεθα μαζευμένοι από διάφορα μέρη και τα στρατεύματα μας δεν γνωρίζονται και ημπορούμε να σκοτωθούμε αναμεταξύ μας, αλλά να έβγουμε με τα χαράματα». Πράγματι, την επομένη 4.000 στρατιώτες, Άγγλοι, Κορσικανοί, Σικελοί και Έλληνες αποβιβάστηκαν και επακολούθησαν σκληρές συγκρούσεις. Βγαίνοντας με δέκα συντρόφους του σε μια ράχη, ο Κολοκοτρώνης δέχθηκε τα πυρά των Αρβανιτών, που υπερασπίζονταν την κανονιοστοιχία: «Μου ρίχνουν. "Τι χτυπάτε; Εγώ είμαι". Ήλθαν δύο καπετάνιοι, Τσίτσης, Χορμόβας, τους είπα και ετραβήχθηκαν και δεν εβάρεσαν. Μου είπαν "θα πολεμήσομε". Επιάσθη ο πόλεμος και τους διώξαμε. Εις τους ανεμόμυλους εκαβαλίκαμε τα κανόνια». Η τρίτη κανονιοστοιχία καταλήφθηκε με ρεσάλτο, στη διάρκεια του οποίου οι Έλληνες επιτιθέμενοι είχαν τριάντα πέντε απώλειες, ενώ τραυματίστηκε και ο διοικητής τους Τσωρτς. Υποχωρώντας η γαλλική φρουρά κλείστηκε στο κάστρο, αφήνοντας έξω τους Έλληνες συμπολεμιστές

της, που μετά από αυτό παραδόθηκαν στον Κολοκοτρώνη. Στη μάχη της Λευκάδας πρωταγωνίστησαν οι Έλληνες και οι Αρβανίτες και από τις δυο πλευρές. «Όλα αυτά τα εκάμαμε οι πεντακόσιοι Έλληνες, επί κεφαλής ο Τζουρτζ» υπογραμμίζει ο Κολοκοτρώνης, αλλά προσθέτει ότι «εις αυτή την περίσταση οι Κόρσοι εσύμβαλαν πολύ».

Το Ελληνικό Ελαφρό Πεζικό του Δουκός της Υόρκης

 Συνεχίζει ο  Κολοκοτρώνης: , Πράγματι, πέραν του Κολοκοτρώνη, του Λεπενιώτη και του Πετμεζά, στο σώμα αυτό που έδρευε στη Ζάκυνθο, κατατάχθηκαν αρκετοί πολεμικοί άνδρες των Επτανήσων, της Ηπείρου, της Ρούμελης και του Μοριά, ο Δημήτριος Πλαπουτας, οι αδελφοί Αλέξιος και Κωνσταντίνος Βλαχόπουλοι, ο Γεώργιος Στράτος, ο Νικηταράς και ο πατέρας του Σταματέλος Τουρκολέκας, ο Αναγνωσταράς  και άλλοι, ορισμένοι από τους οποίους είχαν ήδη υπηρετήσει στο Ελληνο-αλβανικό Σώμα των Γάλλων ή και προηγουμένως στους Ελαφρούς Κυνηγούς των Ρώσων. Στη συνέχεια η μονάδα αυτή, που προβλεπόταν να φθάσει τους δέκα λόχους και τους 1.100 άνδρες (δεν φαίνεται όμως να ξεπέρασε ποτέ τους 800), επονομάστηκε Ιο Σύνταγμα Ελληνικού Ελαφρού Πεζικού του Δουκός της Υόρκης (The Duke of York'sGreekLightInfantry), προς τιμήν του δευτερότοκου γιου του Βρετανού βασιλιά. Σε αντίθεση με τους προηγούμενους ρωσικούς και γαλλικούς σχηματισμούς στα Επτάνησα, όπου οι εθελοντές συνέχιζαν να φέρουν αμετάβλητη την παραδοσιακή τους φορεσιά, οι Άγγλοι προσπάθησαν να αλλάξουν κάπως τη στολή τους διατηρώντας αρχικά τη φουστανέλλα και δίνοντάς τους ένα κόκκινο αμπέχωνο ,χρυσοποίκιλτο για τους αξιωματικούς, οι οποίοι έφεραν επίσης θώρακα και μια παραλλαγή της  περικεφαλαίας των δραγώνων της εποχής εκείνης. Ο  Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, φορούσε τη στολή αυτής της μονάδας. Ο υπασπιστής του ο Φωτάκος γράφει: «Ο Κολοκοτρώνης εφορούσε κόκκινα φορέματα και σπαλέταις [: επωμίδες] αγγλικαίς», καθώς και τη γνωστή περικεφαλαία του, την οποία «αγαπούσε να φορεί». Στο μεταξύ ο Τσωρτς, «εκίνησε να υπάγει εις την Λόνδρα, και επαρησιάσθηκε με ελληνικά ενδυμένος. Τότε εκάμαμε όσοι καπετανέοι 'Ελληνες ευρέθημεν εις Ζάκυνθο», θυμάται ο Κολοκοτρώνης, «μια αναφορά. Ο Τζουρτζ, αφού επήγε εις την Αγγλία, επαρησίασε την αναφορά και έλαβε την άδεια να σχηματίσει ένα ρεγιμέντο  (σύνταγμα) από Έλληνες». Το γεγονός επισημαίνεται και από το Νικηταρά: «Ο Τζουρτζ επιστρέφει από την Αγγλία και κάμει νέο ρεγιμέντο». Πράγματι, την εποχή εκείνη (1813) αποφασίστηκε από τους Άγγλους η συγκρότηση και 2ου Ελληνικού Συντάγματος, που υπήρξε και το τελευταίο στη σειρά ένοπλο σώμα αυτού του τύπου στα Επτάνησα, συνολικής δύναμης 450 ανδρών που κατανεμόταν σε τέσσερις λόχους, με έδρα την Κεφαλλονιά.  

    Η τελευταία σημαντική επιχείρηση των ελληνικών εθελοντικών σωμάτων πραγματοποιήθηκε την άνοιξη του 1814 στις ηπειρωτικές ακτές γύρω από τα τείχη της Πάργας, όπου για άλλη μια φορά αντιπαρατέθηκαν οι κυριότεροι

πρωταγωνιστές αυτής της εποποιίας. Το κάστρο υπερασπιζόταν ελληνο-γαλλική φρουρά υπό τις διαταγές του «Χατσή Νικολή» Παπάζογλου,

ο οποίος είχε λάβει την εντολή να το υπερασπίσει με κάθε θυσία, καθώς τα στρατεύματα του Μουχτάρ πασά έσφιγγαν τον κλοιό τους γύρω από την πόλη, ενώ στην ακτή αποβιβαζόταν αγγλικός στρατός και πενήντα άνδρες του Ιου Ελληνικού Συντάγματος, υπό το θ. Κολοκοτρώνη. Προ του κινδύνου να πέσουν στην εξουσία του Αλή, οι Παργινοί συνωμότησαν κατά της φρουράς: «Ο λαός έπιασε τους Φραντσέζους, έβαλε σημαία αγγλική, επήραμε την Πάργα», θυμάται ο Κολοκοτρώνης, ενώ στις 17 Μαρτίου του 1814 ο Αλή πασάς γράφει συγχυσμένος στον πρόξενο της Ρωσίας Μπενάκη: «Οι φίλοι μου οι Άγγλοι αιφνιδιαστικά κατέλαβαν την Πάργα, χωρίς να με ενημερώσουν και χωρίς να μου εκθέσουν τους λόγους και την πολιτική σκοπιμότητα που τους

ώθησε σε αυτή την ενέργεια». Αυτό υπήρξε και το κύκνειο άσμα των Κυνηγών

της Ανατολής, που από τους  200 άνδρες το 1810, τους 100 το 1812 έφτασε μόλις  τους 35 το 1813. Με την,κατάρρευση όμως του Ναπολέοντα η βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε με τη σειρά της τη σταδιακή κατάργηση των Ελληνικών Συνταγμάτων Ελαφρού Πεζικού, Αρχικά διαλύθηκε το 2ο Σύνταγμα (1814), και το ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα το Ιο, του οποίου η δύναμη στην τελευταία του περίοδο

έφθανε τους 567 άνδρες. «Τους έδωκαν από οκτακόσια τάλληρα του κάθε αξιωματικού και του καπετάνιου χίλια διακόσια και έτσι τους διέλυσαν», σημειώνει ο Κολοκοτρώνης. «Και εγώ έμεινα ακόμη δύο χρόνους εις το στάτο μαγιόρο (επιτελείο)  και έπειτα με έβγαλαν και εμένα».

Παρ' όλο που αρκετοί από τους αρχικούς πρωταγωνιστές της περιόδου εκείνης, όπως

ο Γκόγκας Δαγκλής, ο Κατσαντώνης, ο Φώτος Τζαβέλας, ο Κίτσος Μπότσαρης και ο Νικόλαος Παπάζογλου, βρήκαν το θάνατο πριν το 1821,

Από τους υπόλοιπους που έδρασαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στα Επτάνησα της δεκαπενταετίας 1799-1814, θα βρούμε δέκα στρατηγούς της Ελληνικής Επανάστασης (Κολοκοτρώνης, Πλαπούτας, Γιώτης Δαγκλής, Κοντογιάννης, Γούσης, Μάρκος και Νότης Μπότσαρης, Αναγνωσταράς, Περραιβός και Βλαχόπουλος), από τους οποίους

οι τρεις τελευταίοι διετέλεσαν μάλιστα και Υπουργοί του Πολέμου στις πρώτες επαναστατικές κυβερνήσεις.

    Από τους ξένους συμπολεμιστές τους εκείνων των πολέμων ,ο μεν Γάλλος Φαβιέρος ανέλαβε τη διοίκηση του πρώτου τακτικού σώματος, ο δε Ιρλανδός Τσωρτς έγινε Αρχιστράτηγος την κατά ξηρά Ελληνικών δυνάμεων.

    Αλλά εκείνο το περιβάλλον έδρασε πολυσύνθετα και διαμόρφωσε πολιτικές και στρατιωτικές προσωπικότητες. «Κατά την διάρκειαν των επτά τούτων ετών», σημειώνει ο μελλοντικός Κυβερνήτης

της Ελλάδος, αναφερόμενος στην περίοδο της Επτανήσου Πολιτείας (1800-1807), «νέος έτι, ήρχισα τον δημόσιον βίον μου, κατ' αρχάς ως έκτακτος επίτροπος της Κυβερνήσεως εν ταις Νήσοις, μετά ταύτα ως Υπουργός της εκτελεστικής εξουσίας καθ' όλους τους κλάδους της διοικήσεως και τέλος ως γραμματεύς της Επικρατείας επί των Εξωτερικών, των Ναυτικών και του Εμπορίου», ενώ στο ίδιο κλίμα ανδρώθηκαν κατοπινά πολιτικά στελέχη της Επανάστασης πρώτης γραμμής, όπως ο Ανδρέας Μεταξάς.

    Στη Λευκάδα τέλος, όπου ανθούσαν οι αποκρυφιστικές, και άλλες εταιρείες εκείνα τα χρόνια, συνέλαβε και ο διερχόμενος στα 1813 Εμμανουήλ Ξανθός, κατά δήλωση του ιδίου, την ιδέα να συστήσει

μια μυστική εταιρεία, «βάσιν έχουσα την ένωσιν όλων των εν Ελλάδι και εις άλλα μέρη ευρισκομένων διαφόρων καπιτάνων αρματολών και άλλων επισήμων πάσης τάξεως ομογενών, δια να ενεργήσωσιν, ευκαιρίας δοθείσης, την ελευθέρωσιν της Πατρίδος», θέτοντας έτσι στη διάνοια του τις βάσεις για τη κατοπινή Φιλική Εταιρεία.

    «Δεν είναι παρά αφού πήγα εις την Ζάκυνθο, όπου ευρήκα την Ιστορία της Ελλάδος εις την απλοελληνική», υπογραμμίζει ο Κολοκοτρώνης: «Εις τα νησιά εγνωρίστηκα με τους Βοτσαραίους και έκαμα τον Μάρκο Βότσαρη αδελφοποιτό». Και συνοψίζοντας την μακροα-νάλυσή του για την εποχή εκείνη, παρατηρεί: «Η γαλλική επανάστασις και ο Ναπολέων έκαμε,

κατά τη γνώμην μου, να ανοίξει τα μάτια του κόσμου. Πρωτύτερα τα έθνη δεν εγνωρίζοντο, τους βασιλείς τους ενόμιζον ως θεούς της γης και ό,τι και αν έκαμναν, το έλεγαν καλά καμωμένο. Διά αυτό και είναι δυσκολότερο να διοικήσεις τώρα λαόν».

     Έτσι σ’ αυτές τις ταραγμένες εποχές οι Έλληνες  θα αποκτήσουν γνώσεις τακτικής και πολεμική πείρα,  θα γνωρίσουν την περίπλοκη  παγκόσμια πολιτικής σκηνή, θα διαμορφώσουν την εθνική  τους συνείδηση, θα δημιουργήσουν μεταξύ τους δεσμούς και θα  συγκροτήσουν το πολιτικό και στρατιωτικό προσωπικό που θα πρωταγωνιστούσε  αργότερα στον πολύχρονο αγώνα της ανεξαρτησίας.

 

Με τιμή

Γρηγόρης Γιοβανόπουλος

Δάσκαλος

 

»• ΒΙBΛIOΓΡΑΦΙΑ -ΠΗΓΕΣ

- Λεωνίδας Καλλιβρετάκης ,Ένοπλα Ελληνικά σώματα στη δίνη  των Ναπολεοντείων πολέμων (1798-1815)”, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, τ. I, σ. 185-200.Συλλογικό έργο.

-Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις Συμβάντων της Ελληνικής

φυλής από τα 1770 έως τα 1836, Αθήνα, 1846  

-Χριστ. Περραιβός, Ιστορία του Σουλίου και Πάργας, Αθήνα, 1857.

-Νικ. Σταματελόπουλος (Νικηταράς)  «Απομνημονεύματα»

-Κ. Ν. Ρόδος, Οι Έλληνες του Ναπολέοντος-Νικόλαος

Τσεσμελής ή Παπάζογλου (1758-1819) εξ ελληνικών,

γαλλικών και αραβικών πηγών, Αθήνα, 1916.

-Βάσω Δ. Ψιμούλη, Σούλι και Σουλιώτες, Ε. Ι. Ε. Αθήνα, 1998.

-Βάσω Δ. Ψιμούλη, «Οι Σουλιώτες στα Επτάνησα», Τα Ιστορικά 38/2003.

-Κωνσταντίνου Σάθα«Έλληνες Στρατιώται εν τη Δύσει και Αναγέννησις της Ελληνικής Τακτικής» (έκδοση 1885)

 

 

 

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter
Γρηγόρης Γιοβανόπουλος

Δάσκαλος με ειδίκευση στην Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας και του Νεοελληνικού Πολιτισμού

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

PRAXIS2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Who's Online

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 308 επισκέπτες και κανένα μέλος

ΜΕΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΟΙ ΜΑΖΙ ΜΑΣ

Τελευταια Νεα

Top