Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη εμπειρία

Αν δεν αλλάξετε τις ρυθμίσεις του προγράμματος περιήγησης, συμφωνείτε με αυτό.

Αποδέχομαι
KALIAANI
24 Σεπ 2013

Οι Μύλοι στο Ρουμλούκι και οι Καστοριανοί Μυλωνάδες, 1900-1960 Β΄ Μέρος

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Γράφει ο Γιώργος Ντελιόπουλος

Ο πόλεμος όμως πέρασε, μαζί του και όσα τραγικά τον ακολούθησαν και από τα μέσα της δεκαετίας του πενήντα η ζωή άρχισε να μπαίνει σε νέους ρυθμούς. Νέα εγγειοβελτιωτικά έργα, νέες ποικιλίες δημητριακών ανεβάζουν εντυπωσιακά τη στρεμματική απόδοση. Το σιτάρι παίρνει την πρώτη θέση. Το καλαμποκίσιο αλεύρι χρησιμοποιείται μόνο για κατσιαμάκι, μαρκαντάρα και μπομπότα. Μαζί με το σιτάρι γνωρίζουν παράλληλη αύξηση και τα υπόλοιπα δημητριακά, η σίκαλη, το κριθάρι, η βρώμη. Καλές σοδειές δίνουν ακόμα το σουσάμι, το ρόβι, ο σόργος. Για πρώτη φορά κάμνουν την εμφάνισή τους μετακινούμενοι εργάτες, από τα γειτονικά βουνοχώρια, αλλά και από τη Δυτική Μακεδονία, τα λεγόμενα φραγκότσια, θεριστές με διαφορετικό εξοπλισμό, με δρεπάνι πολύ πιο ανοιχτό από το δικό μας, το λελέκι, και με παλαμαριά ξεχωριστή. Το φαινόμενο αυτό αργότερα θα γενικευτεί. Όσο η εξαγωγή των ζαχαρότευτλων θα γίνεται με τα δικέλλια και το μάζεμα των μπαμπακιών με τα χέρια, οι ορεινοί εργάτες θα κατεβαίνουν κάθε καλοκαίρι, ώσπου να έρθουν οι μηχανές να τους αντικαταστήσουν και τελικά να τους εκτοπίσουν. Για τον αλωνισμό θα γίνει σε άλλο σημείο αναλυτική αναφορά. Εδώ μόνο να πούμε πως ο Ιούλιος, ο επονομαζόμενος και Αλωνάρης είναι ένας πάρα πολύ σημαντικός μήνας, όχι γιατί, όπως θα υπέθετε ένας σημερινής νοοτροπίας νέος είναι η περίοδος των διακοπών, αλλά γιατί στη διάρκειά του γίνεται ο αλωνισμός. Ο τρόπος εξαρτάται από την εποχή. Αρχικά με τη δοκάνη, αργότερα με την πατόζα, ώσπου κάμνει την εμφάνισή της η θηριώδης θεριζοαλωνιστική, γνωστή και ως κομπίνα.

Μετά τον αλωνισμό, αρχίζουν για τους μύλους οι μεγάλες φούριες. Κάποια νοικοκυριά αναγκάζονται να καταφύγουν σε πρώιμο θερισμό και πρόχειρο αλωνισμό, πιεζόμενα από την έλλειψη αλευριού. Το παλιό έχει τελειώσει και η κανονική ώρα για το νέο αργεί. Ο μυλωνάς την έκτακτη ανάγκη.

Η κανονική ώρα αρχίζει από τα μέσα Ιουλίου και διαρκεί όσο χρειάζεται για να αλέσουν οι γεωργοί ολόκληρη την ποσότητα της χρονιάς. Ξέρει ο καθένας πόση είναι η ποσότητα αυτή και την αποθηκεύει στα αμπάρια. Ο ζευγαράς που μπορούσε να εξασφαλίσει τα αλεύρι για το ψωμί της χρονιάς, το σπόρο για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο και τις ζωοτροφές, θεωρούνταν καλό νοικοκύρης, ήταν τσιορμπατζής.

Το άλεσμα έφτανε στο προαύλιο του μύλου με το βοϊδάμαξο, το βαλάμαξο ή το αλογόκαρο.  Σπανιότερα και μόνο για «πρόφταση» που λένε ή συμπληρωματικά, με το γουμαροφόρτι ο ιδιοκτήτης ξέζευε τα ζώα, τα έδενε από έναν τροχό και τους έριχνε καμιά αγκαλιά καλαμποκιές ή λίγο γιαντζιά (=τριφύλλι) να μασουλούν. Ρωτούσε να μάθει ποιος ήταν αυτός που προηγούνταν και ύστερα έπαιρνε και ο ίδιος θέση στη σίγουρη ομήγυρη, που δεν έλειπε ποτέ. Την περίοδο αιχμής είχε πάντοτε μαζί του το απαραίτητο ψωμοτύρι. Ο χρόνος αναμονής ήταν άγνωστος. Κάποτε περιλάμβανε και διανυκτερεύσεις. Τις νύχτες άναβαν φωτιές, έψηναν ρόκες το φθινόπωρο και αν τύχαινε και καμιά κλεμμένη κότα!

Όταν έρχονταν η σειρά του, ο νοικοκύρης έπαιρνε ένα-ένα τα σακιά στον ώμο, περνούσε από τη ζυγαριά για ζύγισμα, κρατούσε ο μυλωνάς το αξάι, το αλεστικό δικαίωμα και ύστερα το ανέβαζε στο πατάρι, όπου η λεγόμενη καρούτα, μια ξύλινη χοάνη, σε σχήμα αναποδογυρισμένου κώνου.

Μιλώντα για τους μύλους, πώς να μην σταθείς έστω και για λίγο στους μυλωνάδες; Πρόσωπα που κρατούν ξεχωριστή θέση στη λαϊκή παράδοση, στα παραμύθια, έντεχνα και λαϊκά, στα ανέκδοτα, στις αναμνήσεις; Σε μια ρουμλουκιώτικη παροιμιακή φράση ο μύλος παρουσιάζεται σαν ο τόπος, όπου κοινολογούνται τα περισσότερα μυστικά και νέα, απ’ όπου κοινολογούνται τα περισσότερα μυστικά και νέα, απ’ όπου ακολουθώντας τις καρότσες και τους καραγωγείς φτάνουν στα καφενεία των χωριών και από εκεί στα σπίτια, στα ξεχωριστά άτομα.

- Δα του κρατήσου του μυστικό, λέει ειρωνικά ο αποδέχτης του μυστικού. Δα του πω μούγκι στου μύλου κι στου παζάρ’.

Ο μυλωνάς είναι παρών στην ιστορία με τους καλικάντζαρους, σε πονηρές και πικάντικες ιστορίες, θεωρείται ύποπτος για λειψό ζύγισμα, για διπλό αξάι. Ξέρει με τα μικρά τους ονόματα όλους τους νοικοκυραίους των γύρω χωριών και ξέρει όχι μία, μα δυο και τρεις γενεές. Οι πελάτες τον έχουν ή προσποιούνται ότι τον έχουν σε εκτίμηση και επιζητούν τη φιλία του. Είναι αυτός που θα ρυθμίσει τις μυλόπετρες έτσι, ώστε το αλεύρι να βγει ψιλό, άρα με λίγη φύρα ή θα το χοντροαλέσει και η σήτα της νοικοκυράς στο κοσκίνισμα θα γεμίζει με πίτυρο. Ήταν, κατά κανόνα, επάγγελμα κληρονομικό. Πήγαινε από πατέρα σε γιο, ποτέ όμως σε θυγατέρα.

Τριανταπέντε χρόνια κράτησε αυτή η ιστορία με τις ντιζελομηχανές RUSTON, που δούλευαν ασταμάτητα. Ένα μικρό διάλειμμα στη λειτουργία τους γινόταν το Μάιο μήνα. Ο μυλανάς «χτυπούσε» τις πέτρες, με ένα ειδικό σφυρί, ώστε να αποχτήσουν νέες αιχμές και να κόβουν καλύτερα τους σπόρους.

Ύστερα ήρθε μια σειρά από νέες τεχνολογίες, που έκαμαν τους νερόμυλους να φαίνονται αρχαίοι και τα χειρόμυλα προϊστορικά. Πρώτο στη σειρά το περίφημο μπουράτο. Το σιτάρι καθαρίζεται από το τριέρι, αλέθεται και περνάει από τα μεταξωτά κόσκινα. Αλλού τα πίτυρα, αλλού το αλεύρι, έτοιμο, κοσκινισμένο. Το νέο ψωμί δεν είναι μόνο καθάριο (καθαρό, από σιτάρι, χωρίς άλλες προσμίξεις), αλλά και κατάλευκο, σαν τις κουραμάνες τις αγοραστές των πόλεων. Άλλο αν σήμερα αναζητούμε το κατάμαυρο ψωμί, το ολικής αλέσεως ως γιατρικό περίπου. Τότε ποθούσαμε να γίνουμε κι εμείς «πολιτικοί», όπως οι άνθρωποι των πόλεων, αστοί.

Το επόμενο βήμα είναι οι κυλινδρόμυλοι. Η πρώτη ύλη δεν καθαρίζεται μόνο από τις ξένες ύλες, αλλά πλένεται, στεγνώνει και στη συνέχεια οδηγείται για άλεση στους κυλίνδρους.

Παράλληλα εμφανίζονται και μικρές μονάδες, ικανές να λειτουργήσουν συνδεδεμένες με το πάρτοκοφ των τρακτέρ. Είναι μικροί σφυρόμυλοι, που περιορίζονται στις ζωοτροφές. Με ζωοτροφές και μπλουγούρια όμως ασχολούνται και οι τελευταίοι παραδοσιακοί μύλοι με τις πέτρες.

Ώσπου έρχεται το τελειωτικό χτύπημα. Οι νοικοκυρές σταματούν να ζυμώνουν και να ψήνουν ψωμιά. Στα χωριά φτάνουν οι αρτοποιοί των πλησιέστερων αστικών κέντρων και πουλούν ψωμί έτοιμο. Λίγο αργότερα χτίζονται οι πρώτοι επαγγελματικοί φούρνοι σε κάθε χωριό. Οι σπιτικοί δεν ανάβουν πια. Με μια εξαίρεση: Την παραμονή του Πάσχα. Το Μεγάλο Σάββατο το βράδυ έχουν την τιμητική τους. Θα δεχτούν δυο τρία και περισσότερα αρνιά από γειτονικές ή συγγενικές οικογένειες και όπως είναι πυρακτωμένοι θα σφραγιστούν για να ανοιχτούν τα πρωί της Λαμπρής. Και ύστερα πάλι η σιωπή.  

Όταν εγκατέλειψα το μύλο, όπου είχα εργαστεί επί εφτά χρόνια, δίπλα στο μακαρίτη το Σταύρο Μήτσιαλα από τη Νάουσα, ήμουν μόλις είκοσι τριών ετών. 

 
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

LENOS_TAVERNA

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Who's Online

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 199 επισκέπτες και κανένα μέλος

ΜΕΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΟΙ ΜΑΖΙ ΜΑΣ

Τελευταια Νεα

Top