Η ένταξη στις 72 δόσεις θα αφορά οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μέχρι το Δεκέμβριο του 2023
Την αύξηση των δόσεων για την εξόφληση οφειλών προς τον e–ΕΦΚΑ στις 72 από τις 24 που ίσχυαν μέχρι σήμερα, επαναφέρει η κυβέρνηση, δίνοντας «ανάσα» σε χιλιάδες οφειλέτες οι οποίοι αδυνατούσαν να ρυθμίσουν το χρέος τους προς τον ασφαλιστικό οργανισμό, με τους υφιστάμενους όρους.
Η ένταξη στις 72 δόσεις θα αφορά οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μέχρι το Δεκέμβριο του 2023, ενώ μοναδική προϋπόθεση για τη ισχύ της ρύθμισης είναι η αποπληρωμή ή ο διακανονισμός τυχόν νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών που δημιουργήθηκαν μετά το 2023.
Βεβαίως, ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες ζητούσαν περισσότερες δόσεις – που θα έφθαναν μέχρι τις 120 – καθώς έχουν συσσωρεύσει υψηλές οφειλές και δυσκολεύονται να ανταποκριθούν την αποπληρωμή τους.
Οι ρυθμίσεις
Το θέμα της επανενεργοποίησης των ρυθμίσεων των οφειλών προς τον e – ΕΦΚΑ, με την υιοθέτηση πολλών δόσεων –, εξαιτίας της εκρηκτικής ανόδου των οφειλών που πλήττουν κυρίως επαγγελματίες και αγρότες, το 87,31% των οποίων οφείλει μέχρι 30.000 ευρώ.
Εικόνα οικονομικής δυσπραγίας παρουσιάζουν οι μη μισθωτοί (ελεύθεροι επαγγελματίες, επιστήμονες, αγρότες), ενώ πληθαίνουν οι φωνές των επαγγελματικών οργανώσεων που ζητούν την άμεση εφαρμογή ρυθμίσεων με μεγάλο αριθμό δόσεων.
Στο τέλος του 2025, οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές ανήλθαν στα 51,31 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 633 εκατ. ευρώ από το προηγούμενο τρίμηνο (Σεπτέμβριος 2025), ενώ σε ετήσια βάση, η άνοδος του χρέους έφθασε στα 2,03 δισ. ευρώ. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν την άποψη ότι το πρόβλημα όχι μόνο δεν περιορίζεται, αλλά βαθαίνει.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται τόσο με τη διαρκή επιβάρυνση των μη μισθωτών από τις αυξήσεις εισφορών, όσο και με τον μηχανισμό προσαυξήσεων που λειτουργεί σωρευτικά εδώ και χρόνια. Ενδεικτικό αυτού είναι το γεγονός ότι στην αύξηση του χρέους του τριμήνου Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2025, ύψους των 633 εκατ. ευρώ, τα 447,9 εκατ. ευρώ προέρχονται από πρόσθετα τέλη.
Πάντως, ένα σημαντικό μέρος του χρέους – περίπου 10,5 δισ. ευρώ – θεωρούνται ότι είναι πρακτικά ανεπίδεκτο είσπραξης. Δηλαδή κρίνεται χαμηλής ή μηδενικής εισπραξιμότητας. Πρόκειται για οφειλές από πτωχευμένες επιχειρήσεις, εταιρείες σε εκκαθάριση, εργοδότες που δεν υπέβαλαν ποτέ δηλώσεις ή ακόμη και ασφαλισμένους που έχουν αποβιώσει.
Ως εκ τούτου το πραγματικό ποσό που θεωρείται ότι μπορεί να ανακτηθεί περιορίζεται στα 40,8 δισ. ευρώ, αλλά οι προσδοκίες και γι’ αυτό παραμένουν χαμηλές.
Είναι χαρακτηριστικό ότι σχεδόν οι εννέα στους δέκα οφειλέτες (87,06%), έχουν χρέος μέχρι 30.000 ευρώ και οι επτά στους δέκα (69%) μέχρι 15.000 ευρώ και όμως δεν μπορούν να το αποπληρώσουν. Ακόμα και το σκέλος της ένταξης στη ρύθμιση των 24 δόσεων με καταβολή των μηνιαίων δόσεων, μοιάζει δύσκολο έως απαγορευτικό για μεγάλο μέρος οφειλετών, οι οποίοι αδυνατούν να καταβάλουν τις τρέχουσες οφειλές.
Σύμφωνα με την έκθεση του ΚΕΑΟ, σχεδόν οι επτά στους δέκα οφειλέτες (1.441.358 ή 69,53%) χρωστούν έως 15.000 ευρώ έκαστος. Το συνολικό ποσό χρέος σε αυτή την κατηγορία είναι 5,35 δισ. ευρώ. Αν προστεθούν και οι 363.275 της αμέσως επόμενης κατηγορίας, προκύπτει ότι το 87,06% του συνόλου των οφειλετών (1.804.633 φυσικά ή νομικά πρόσωπα), έχουν χρέος που δεν υπερβαίνει τα 30.000 ευρώ, ανά περίπτωση. Από 15.000 – 30.000 ευρώ, η συνολική οφειλή που έχει συσσωρευτεί στο ΚΕΑΟ, ανέρχεται στα 7,98 δισ. ευρώ.
Το μεγαλύτερο ποσό οφειλής, 12,63 δισ. ευρώ (24,61%), έχει συγκεντρωθεί σε μόλις 2.961 οφειλέτες, οι οποίοι χρωστούν πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ έκαστος.

