Πριν προλάβουν να κεφαλαιοποιήσουν το άνοιγμα που πέτυχαν τα τελευταία χρόνια στη Μέση Ανατολή, οι ελληνικές επιχειρήσεις βρίσκονται ξανά μπροστά σε έναν απρόβλεπτο παράγοντα: τον πόλεμο και τις επιπτώσεις του στο εμπόριο. Η κλιμάκωση με επίκεντρο το Ιράν, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζκαι η πρακτικά απροσπέλαστη Ερυθρά Θάλασσα μετατρέπουν τις εξαγωγές προς τον Κόλπο σε άσκηση υψηλού ρίσκου.

«Οι δίοδοι έχουν κλείσει. Προσπαθούμε να βρούμε τρόπους να ικανοποιήσουμε τους πελάτες μας και να μην υπάρξει κενό στην αγορά. Το 18% του τζίρου μας προέρχεται από τις χώρες του Κόλπου, οπότε αναζητούμε εναγωνίως μία λύση», λέει στο newmoney ο πρόεδρος της Παλίρροια, Κωνσταντίνος Σουλιώτης, εξηγώντας ότι η ελληνική εταιρεία τροφίμων, γνωστή για τα ντολμαδάκια της, καταγράφει αξιόλογες πωλήσεις σε Σαουδική Αραβία, Μπαχρέιν, Κουβέιτ και Ισραήλ.

Ο Πρόεδρος και βασικός μέτοχος της ‘Παλίρροια” κ. Κωνσταντίνος Σουλιώτης

Οιελληνικές εξαγωγές προς τις βασικές χώρες της περιοχής – Λίβανο, Ισραήλ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Κουβέιτ, Ιράν και Μπαχρέιν – διαμορφώνονται στα 2,8 δισ. ευρώ το 2025, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που επεξεργάστηκε το Κέντρο Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΕΕΜ) του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων . Αυτό το μέγεθος είναι αποτέλεσμα ετών επενδύσεων σε επί τόπου παρουσίες, δικτύωση και διείσδυση σε αγορές που μέχρι πρότινος άνοιγαν σταδιακά για τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Μόλις τον περασμένο μήνα, στη «Gulfood 2026», τη μεγαλύτερη έκθεση τροφίμων στον αραβικό κόσμο που διοργανώθηκε στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, περισσότερες από 70 ελληνικές εταιρείες συμμετείχαν στον εθνικό ελληνικό χώρο, παρουσιάζοντας προϊόντα από γαλακτοκομικά και ελαιόλαδα μέχρι αρτοσκευάσματα, κονσέρβες, delicatessen και snacks. Μεταξύ των συμμετεχόντων ήταν επιχειρήσεις όπως Κρι Κρι, ΜΕΒΓΑΛ, Ζανάε, Paliria, Τυροκομείο Κωσταρέλου, Trikalinos, AGROVIM, Askra Olive Oil και Mani Foods — στοιχεία που αποτυπώνουν τη διεύρυνση επιχειρηματικών δεσμών στην περιοχή τον τελευταίο χρόνο.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, οι ίδιες εταιρείες καλούνται ναεπανεξετάσουν διαδρομές, κόστη και χρόνους παράδοσης, σε ένα περιβάλλον όπου βασικές εμπορικές αρτηρίες της περιοχής παραμένουν υπό πίεση.

«Οι επιπτώσεις αφορούν όλους τους εξαγωγείς. Άλλους περισσότερο και άλλους λιγότερο, αλλά κανείς δεν μένει ανεπηρέαστος. Γι’ αυτό έχει σημασία να δούμε πώς είναι δομημένες οι εξαγωγές ανά χώρα, γιατί αλλού κυριαρχούν τα καύσιμα και αλλού τα αγροδιατροφικά και τα τυποποιημένα προϊόντα», σημειώνει στο newmoney ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων, Αλκιβιάδης Καλαμπόκης.

Ο Πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων κ. Αλκιβιάδης Καλαμπόκης
Οι εξαγωγές

Η σύνθεση των ελληνικών εξαγωγών προς τις χώρες της Μέσης Ανατολής και του Κόλπου δείχνει με μεγαλύτερη ακρίβεια πού βρίσκεται η πραγματική έκθεση των ελληνικών επιχειρήσεων στη σημερινή κρίση. Στις περισσότερες αγορές, τα μεγάλα μεγέθη δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκη με υψηλή παρουσία της αγροδιατροφής, ενώ σε άλλες, μικρότερες αριθμητικά, τα τρόφιμα και τα τυποποιημένα προϊόντα έχουν δυσανάλογα σημαντικό ρόλο.

Στην περίπτωση του Λιβάνου, ο οποίος παραμένει ο μεγαλύτερος προορισμός ελληνικών εξαγωγών στην περιοχή με αξία 1,166,7 δισ. ευρώ το 2025, η εικόνα είναι σχεδόν μονοδιάστατη. Τα καύσιμα αντιστοιχούν στο 95,43% των εξαγωγών, ενώ τα βιομηχανικά είδη περιορίζονται στο 3,41%. Η αγροδιατροφή πρακτικά απουσιάζει, γεγονός που σημαίνει ότι, παρά το μεγάλο συνολικό νούμερο, η λειτουργική έκθεση των ελληνικών εταιρειών τροφίμων είναι περιορισμένη.

Αντίθετα, το Ισραήλ αποτελεί αγορά με πραγματικό βάθος και πιο ισορροπημένη σύνθεση. Από τα 996,4 εκατ. ευρώ των ελληνικών εξαγωγών το 2025, το 72,9% αφορά βιομηχανικά είδη, το 13,73% καύσιμα και το 11,12% αγροδιατροφικά προϊόντα. Η παρουσία της ελληνικής αγροδιατροφής είναι μετρήσιμη και σταθερή, γεγονός που καθιστά την αγορά ιδιαίτερα ευαίσθητη σε διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας και αυξήσεις στο κόστος μεταφοράς.

Στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπου οι ελληνικές εξαγωγές ανήλθαν σε 351,8 εκατ. ευρώ το 2025, η σύνθεση είναι πιο μικτή και αποτυπώνει τον ρόλο της χώρας ως εμπορικού και διαμετακομιστικού κόμβου. Τα βιομηχανικά είδη αντιστοιχούν στο 56,9%, τα αγροδιατροφικά προϊόντα στο 26% και τα καύσιμα στο 12,2%. Ο συνδυασμός αυτός εξηγεί γιατί οι εξελίξεις στη ναυσιπλοΐα και στο κόστος logistics επηρεάζουν όχι μόνο την κατανάλωση στην εγχώρια αγορά των Εμιράτων, αλλά και τις επανεξαγωγές ελληνικών προϊόντων προς τρίτες χώρες.

Στη Σαουδική Αραβία, όπου οι ελληνικές εξαγωγές υποχώρησαν το 2025 στα 291,1 εκατ. ευρώ, η εικόνα δείχνει έντονη εξάρτηση από τα καύσιμα, τα οποία αντιστοιχούν στο 54,55% της αξίας, πιθανότατα διυλισμένα προϊόντα στο πλαίσιο συγκεκριμένων εμπορικών συμφωνιών. Τα βιομηχανικά είδη καλύπτουν το 27,5%, ενώ τα αγροδιατροφικά προϊόντα μόλις το 12,04%. Η σύνθεση αυτή περιορίζει το αποτύπωμα της ελληνικής αγροδιατροφής και αυξάνει την ευαισθησία της αγοράς σε μεταβολές κόστους και χρόνων παράδοσης.

Στο Κατάρ, με εξαγωγές 61,9 εκατ. ευρώ το 2025, κυριαρχούν τα βιομηχανικά είδη με ποσοστό 40,85%, ακολουθούν τα καύσιμα με 14,84% και τα αγροδιατροφικά προϊόντα με 9,9%. Πρόκειται για αγορά περιορισμένου μεγέθους, όπου τα τρόφιμα έχουν μικρό μερίδιο και τα περιθώρια απορρόφησης αυξημένων ναύλων είναι ιδιαίτερα στενά.

Στο Κουβέιτ, οι ελληνικές εξαγωγές, ύψους 30,3 εκατ. ευρώ, παρουσιάζουν διαφορετική εικόνα, καθώς τα βιομηχανικά είδη αντιστοιχούν στο 73,17% και τα αγροδιατροφικά προϊόντα στο 23%. Η σχετικά υψηλή συμμετοχή των τροφίμων εξηγεί γιατί οι καθυστερήσεις και το αυξημένο κόστος μεταφοράς επηρεάζουν άμεσα τις ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά.

Το Ιράν, παρά το μικρό συνολικό μέγεθος των εξαγωγών που διαμορφώθηκαν στα 13,5 εκατ. ευρώ το 2025, εμφανίζει μια ιδιότυπη σύνθεση. Τα αγροδιατροφικά προϊόντα καλύπτουν το 50,03% της αξίας και τα βιομηχανικά είδη το 39,72%. Η αγορά λειτουργεί ήδη υπό καθεστώς περιορισμών και κυρώσεων, με ελάχιστα περιθώρια απορρόφησης νέων διαταραχών στο εμπόριο.

Τέλος, στο Μπαχρέιν, όπου οι ελληνικές εξαγωγές ανήλθαν σε 11,1 εκατ. ευρώ, η σύνθεση είναι μικτή και εύθραυστη. Τα βιομηχανικά είδη αντιστοιχούν στο 46,53%, τα αγροδιατροφικά προϊόντα στο 28,99% και τα καύσιμα στο 24,12%. Πρόκειται για αγορά αρχικού σταδίου, στην οποία κάθε διακοπή ή καθυστέρηση στις ροές μπορεί να ανακόψει πρόωρα τη δυναμική ανάπτυξης.

Συνολικά, η εικόνα δείχνει ότι η πραγματική έκθεση της ελληνικής αγροδιατροφής συγκεντρώνεται κυρίως στο Ισραήλ, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στο Κουβέιτ, ενώ τα μεγάλα μεγέθη σε Λίβανο και Σαουδική Αραβία καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τα καύσιμα. Σε αυτό το περιβάλλον, οι σημερινές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή δεν επηρεάζουν απλώς τους αριθμούς, αλλά δοκιμάζουν τη βιωσιμότητα της εξαγωγικής παρουσίας σε αγορές που χτίστηκαν με κόπο τα τελευταία χρόνια.

Το κόστος ως κοινός παρονομαστής

Όπως προειδοποιεί ο κ. Καλαμπόκης, η σημερινή κρίση δεν περιορίζεται στις συγκεκριμένες αγορές της Μέσης Ανατολής, αλλά απειλεί να περάσει οριζόντια στο κόστος των εξαγωγών συνολικά.

«Το ζήτημα δεν είναι μόνο οι αγορές του Κόλπου. Όταν διαταράσσονται βασικές θαλάσσιες οδοί, αλλάζει η ισορροπία σε όλο το σύστημα μεταφορών. Τα πλοία κάνουν μεγαλύτερους κύκλους, τα κοντέινερ μένουν περισσότερες ημέρες εκτός αγοράς και αυτό οδηγεί σε γενικότερη αύξηση του κόστους», σημειώνει.

Όπως εξηγεί, η επιμήκυνση των δρομολογίων και η ανακατανομή στόλων και εμπορευματοκιβωτίων μπορεί να προκαλέσει ντόμινο αυξήσεων, ακόμη και σε γραμμές που δεν διέρχονται άμεσα από την περιοχή της κρίσης.

«Όταν μειώνεται η διαθεσιμότητα σε πλοία και κοντέινερ, ακριβαίνουν τα μεταφορικά παντού. Αυτό αφορά όλους τους εξαγωγείς, όχι μόνο όσους στέλνουν προϊόντα στη Μέση Ανατολή», τονίζει.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η πίεση αυτή πλήττει κυρίως τα προϊόντα χαμηλότερου περιθωρίου, όπως μεγάλο μέρος της αγροδιατροφής και των τυποποιημένων καταναλωτικών αγαθών, όπου ακόμη και μικρές αυξήσεις στο κόστος μεταφοράς μπορούν να ανατρέψουν τη βιωσιμότητα μιας εξαγωγικής αποστολής.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ.
Exit mobile version