Γράφει ο Γιάννης Μοσχόπουλος

Α΄ ΜΕΡΟΣ
Από τον 15ος αιώνα που ο Γκαζή Εβρενόζ μπέης κατέκτησε την Κεντρική Μακεδονία διένειμε τις γαίες και τα χωριά που κατέλαβε σε έμπιστους αξιωματικούς του, σε πασάδες, μπέηδες και αγάδες. Σε κάθε τόπο εγκατάστασης εκείνων των κατακτητών Οθωμανών αξιωματούχων αυτοί έκτιζαν ένα ισχυρό στρατιωτικό κατάλυμα, οχυρή κατοικία, αρχοντόσπιτο, έπαυλη, δηλαδή ένα κονάκι, για τις ανάγκες στέγασης των ιδίων, των μελών της οικογένειάς τους και των μελών του στρατιωτικού τμήματος του οποίου ηγούνταν.
Ο οικισμός του Γιδά, φέρεται να βρέθηκε αρχικά την τοποθεσία «Παλιόχωρα» με εκκλησία τον Άγιο Γεώργιο, ακολούθως στην τοποθεσία δίπλα – νότια από το ναό του Αγίου Αθανασίου.

Η απώτατη γραπτή αναφορά του Γιδά (που υπαγόταν στον καζά Σελανίκ) ανάγεται σε οθωμανικό φορολογικό κατάστιχο του 1724-1725, όπου είναι καταχωρημένος ως GIDAHOR μαζί με τους Μοναχούς του χωριού. Το τσιφλίκι των Μοναχών GIDAHOR μάλλον πρέπει να τοποθετηθεί περί το ναό του Αγίου Αθανασίου, οι δε μοναχοί αναφέρονται και στην γραπτή κατάρα της 22.4.1747 σε εκκλησιαστικό βιβλίο του Αγίου Αθανασίου, καθώς και σε φορολογικό κατάστιχο του 1771, όταν το μεν τσιφλίκι του χωριού πλήρωνε 1.900 άσπρα ενώ το τσιφλίκι των μοναχών 840 άσπρα.

Προφανώς σε όλες τις παραπάνω αρχικές θέσεις του χωριού υπήρχαν αντίστοιχα οθωμανικά κονάκια που αποτελούσαν το πολιτικό-στρατιωτικό και οικονομικό διοικητήριο του χωριού, με την οχυρή κατοικία του εκάστοτε Οθωμανού τσιφλικούχου του, με τα οικήματα της φρουράς τους, πλαισιωμένα από αποθήκες και σταυλικές εγκαταστάσεις.

Το 1775 μαρτυρείται η επίσκεψη του Κοσμά του Αιτωλού στον Γιδά και το 1777 κτίσθηκε ο ναός του Αγίου Αθανασίου (ίσως σε αντικατάσταση παλαιότερου). Από τα τέλη του 18ου αι. έχουμε γραπτή μαρτυρία ότι «εις τον Γηδάν έχουσί τινα εντόπιον παιδαγωγούντα τους παίδας. Από τότε επιχωριάζει στο Γιδά και η παροικία των Λεσινιτσιωτών (Βρυσοχωριτών) Ηπειρωτών που διατηρούσαν μπακάλικα και χάνι στο κέντρο του χωριού.

Αυτό που σηματοδοτεί χρονικά τη μετακίνηση του Γιδά στη σημερινή του θέση είναι η ανέγερση του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου το 1843. Τη νέα θέση του χωριού διέσχιζε μία κοίτη ή παλιομάνα του Αλιάκμονα, η οποία ερχόταν από το Καψοχώρι με βόρεια κατεύθυνση και στην πρώην Υ.Ε.Β. διακλαδιζόταν ανατολικά μεταξύ των σημερινών οδών Πελοποννήσου και Ναούσης, Π.Π.Κ., μεταξύ των σημερινών οδών Αριστοτέλους και Εθνικής Αντίστασης, πάρκο ηρώου, βόρεια-δίπλα από την εκκλησία-Δημαρχείο και συνέχιζε επί της σημ. οδού Εθν. Αντίστασης προς την πλατεία Παπαντώνη και το συνοικισμό Αγίου Γεωργίου. Η εκκλησία της Παναγίας ήταν νότια της άνω κοίτης του Αλιάκμονα και βόρεια μίας χαμηλής χωμάτινης τούμπας (στο σημερινό Επισκοπείο). Όταν αυτή η παλιά κοίτη ποταμού απέμεινε ξερή, λόγω της μετακίνησης του ποταμού Αλιάκμονα νοτιότερα, εκείνη η αμμουδερή κοίτη του έγινε ο κεντρικός εσωτερικός δρόμος του Γιδά, η «τρανή ρούγα», δηλαδή ο σημερινός δρόμος Εθνικής Αντίστασης, ο οποίος διατηρεί ακόμη την οφιοειδή διαδρομή της παλιάς κοίτης.

Από τότε οι Γιδιώτες είχαν ενοριακό ναό αυτόν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, σαν κοιμητηριακό ναό εξακολουθούσαν αδιάλειπτα να χρησιμοποιούν τον ναό του Αγίου Αθανασίου. Μάλιστα για να ξεπεράσουν την μεταξύ των δύο ναών τους (Παναγίας και Αγ. Αθανασίου) μεγάλη λάκα που συχνά πλημμύριζε (στην περιοχή του σημερινού Α΄ Γυμνασίου – Λυκείου), κατασκεύασαν εκεί λιθόστρωτο δρόμο σε επίχωση, το γνωστό «καλντερίμι», ώστε να είναι απρόσκοπτη η πρόσβαση των κατοίκων προς τον ναό του Αγίου Αθανασίου. Αυτός ο δρόμος έτεμνε κάθετα τον δημόσιο αμαξιτό δρόμο (τζαντέ) Βέροιας Θεσσαλονίκης, οπότε η οδική είσοδος για το χωριό ήταν ο δρόμος από την δημόσια οδό μέχρι την πλατεία του χωριού (δηλαδή από το βόρειο τμήμα της σημερινής οδού Μακεδονομάχων μέχρι την σημερινή οδό Εθνικής Αντίστασης). Στα ανατολικά του ναού εντός του οκτώ στρεμμάτων βακούφικου οικοπέδου του ναού της Παναγίας κτίσθηκε το σχολείο του χωριού, καθώς και τα λεγόμενα «βακούφικα κελλιά». Στο μέσο του οικοπέδου της εκκλησίας κατασκευάστηκε κεντρική ξύλινη κατοικία ίσως για τον ιερέα ή για τον επίσκοπο (ή για τον δάσκαλο ;). Στο νάρθηκα του ναού γίνονταν όλες οι συνελεύσεις των κατοίκων του χωριού. Από μη προσδιορίσιμο χρονικό σημείο στην καινούργια εκκλησία τελούνταν ονομαστό πανηγύρι διάρκειας δεκαπέντε ημερών, που συγκέντρωνε το θρησκευτικό και εμπορικό ενδιαφέρον τόσο των γύρω χωριών του κάμπου, όσο και της ευρύτερης μακεδονικής ενδοχώρας, γεγονός που συνέβαλε στην δεδηλωμένη ακμή του Γιδά. Επίσης τιμούσαν πάνδημα τον χώρο του Αγίου Γεωργίου με ονομαστό πανηγύρι.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΙΟΡΟΦΟ ΓΩΝΙΑΚΟ
ΚΟΝΑΚΙ ΚΑΙ ΤΟ (ΔΕΥΤΕΡΟ) ΙΣΟΓΕΙΟ
ΚΟΝΑΚΙ-ΟΙΚΙΑ ΤΟΥ ΣΟΥΜΠΑΣΗ
(μη σωζόμενα):
Σύμφωνα με το Οθωμανικό Κτηματολόγιο του Γκινταχώρ ο προ του 1875 εμφαινόμενος προκτήτορας του τσιφλικιού του Γιδά ήταν ο Αχμέτ Τεβφίκ μπέης. Ο γιός του «ο ευδαίμων Μεχμέτ Σεφίκ Πασάς» ήταν ιδιοκτήτης του τσιφλικιού κατά την «20 Ιουλίου 1875» και στα επόμενα χρόνια κι έπρεπε να πληρώνει κατ’ αποκοπή ετήσιο μίσθωμα στο βακούφι του γκαζή Εβρενός μπέη. Αυτός μεταξύ άλλων είχε: «[…] 1) Μεγάλο κονάκι [διόροφο γωνιακό κονάκι στη σημερινή θέση της οικίας Χαρ. Δούμα] και αποθήκη προϊόντων (δημητριακών καρπών), δωμάτια των σέκμπαν και στάβλος / στρέμματα 3 / αξία 45.000 γρόσια. […] 4) κονάκι [οικία του σούμπαση, που βρισκόταν επί της σημερινής οδού Εθν. Αντίστασης 45, στο μετέπειτα αρτοποιείο Κελεκίδη, ανατολικά του Ειρηνοδικείου] και παραπλεύρως και κήπος με (…) / στρ. 1 / 7.500 γρ.[…]». Καταγράφηκαν 100 σπίτια και οικόπεδα του πασά, από τα οποία στα 70 έμεναν γιαριτζήδες (μόνιμοι μισακάρηδες) και στα 30 αϊλακτσήδες (εποχιακοί μεροκαματιάρηδες), ενώ τη στοιχειώδη εμπορική κίνηση προσέφεραν το βαφείο, το αχτάρικο, το κατάστημα (πιθανότατα μπακάλικο) και το χάνι. Το χάνι του Γιδά αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη για το ότι το χωριό ήταν σταθμός για ταξιδιώτες και εμπορικά καραβάνια.
Ο δημόσιος αμαξιτός δρόμος Βέροιας-Γιδά-Γιαλαντζίκ (Ν. Χαλκηδόνας)-Θεσσαλονίκης, ο γνωστός «τζιαντές», δεν χρησιμοποιούνταν ικανοποιητικά, αφού οι μετακινούμενοι προτιμούσαν τον αμαξιτό δρόμο Θεσσαλονίκης-Κουλακιάς-Κλειδίου-Καψόχωρας-Βέροιας. Προφανώς η συχνή κατάκλυσή του από τα νερά της νότιας κοίτης του Βάλτου των Γιαννιτσών δυσκόλευαν τη διέλευση από τα εμπορικά καραβάνια και τις άμαξες. Την εποχή αυτή όμως οι Οθωμανοί αποφάσισαν να την επανακατασκευάσουν σε επίχωση και να τη διορθώσουν αποφασιστικά, προφανώς για να μειωθεί ο χρόνος του ταξιδιού μεταξύ της Θεσσαλονίκης και της Βέροιας. Σύμφωνα λοιπόν με δημοσίευμα εφημερίδας, το 1881 η οθωμανική διοίκηση χάραξε την επαρχιακή οδό Θεσσαλονίκης – Βέροιας και ξεκίνησε την κατασκευή της με πολύ αργούς ρυθμούς (για να τελειώσει περί το 1886).
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΦΥΛΛΟ.

ΓΙΑΝΝΗΣ Δ. ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ
/ mosio@otenet.gr

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ.
Exit mobile version