Το βαγόνι εκείνο το μεσημέρι ήταν άδειο. Ένα βιβλίο στο χέρι, σκόρπιες σημειώσεις στα γόνατα και εγώ να μονολογώ ξανά και ξανά εκείνα τα τυποποιημένα λόγια του χαρτιού, πνιγμένος από το άγχος. Δεν θα τα κατάφερνα, έτσι ένιωθα. Όχι. Μπροστά σε τόσο κόσμο δεν θα μπορούσα να μιλήσω. Δεν θα τα κατάφερνα.
Κοίταξα το ρολόι. Είχαν περάσει μόνο δύο ώρες. Είχα άλλες τέσσερις. Κοίταξα και πάλι ασυναίσθητα τον χώρο. Τελικά, δεν ήμουν τελείως μόνος. Πιο δίπλα καθόταν ένας κύριος, κάπου στα εβδομήντα, με μια μακριά, άσπρη γενειάδα και έναν ξεθωριασμένο μπερέ. Με κοιτούσε με ένα μειδίαμα γεμάτο νόημα.

«Τι ντροπή», σκέφτηκα, και η κατάσταση μέσα μου χειροτέρεψε. Τότε ξεκίνησε να μιλά. Δεν σχολίασε τίποτα. Μονάχα άρχισε να μιλά για εκείνον, για τη ζωή του. Στην αρχή δεν άκουγα καλά τι έλεγε, μα ο τόνος της φωνής του με χαλάρωνε. Η κουβέντα άνοιξε και τότε μου είπε τη δική του πιο ντροπιαστική ιστορία, γελώντας με την ψυχή του. Κατέληξε σε μια φράση που ήρθε να αλλάξει κάτι μέσα μου.
«Και να θυμάσαι, μικρέ, ό,τι κι αν κάνεις, όπως κι αν σταθείς, πάντα κάποιοι θα έχουν κάτι να σχολιάσουν. Και κάποιοι άλλοι, λίγοι, θα συναισθανθούν. Αυτό που έχει σημασία, αυτό που μένει, είναι εκείνη η στιγμή. Απόλαυσέ την».

Αυτές οι κουβέντες αρκούσαν για να αλλάξουν όχι μονάχα εκείνη την παρουσίαση, μα και τη μετέπειτα ζωή μου. Κι είχαν ειπωθεί από κάποιον που δεν είχα δει ξανά στη ζωή μου, που δεν τον ξανασυνάντησα, από κάποιον που δεν έμαθα ποτέ το όνομά του.

Και ο καιρός πέρασε. Αμέτρητες στιγμές έρχονταν κι έφευγαν μέσα στον χρόνο, στιγμές που ίσως έκρυβαν μια ουσία, μα ποιος νοιαζόταν πια μέσα στην παραζάλη των υποχρεώσεων; Ανάμεσά τους κι εγώ, προσπερνώντας όλα εκείνα που η ίδια η ζωή μού είχε διδάξει.

Μια βροχερή μέρα στη Βέροια έψαχνα τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση για να καταθέσω τα χαρτιά μου. Ο ουρανός είχε ανοίξει για τα καλά. Κρατούσα τον φάκελο σφιχτά και κοιτούσα γύρω μου αμήχανα, προσπαθώντας να καταλάβω πού έπρεπε να πάω. Στο τηλέφωνο η Γιώτα μού είπε: «Πήγαινε αριστερά, προχώρα, μετά τα ΚΤΕΛ δεξιά και όλο ευθεία, εκεί θα δεις ένα κτίριο».
Μάλιστα…

Το νερό έτρεχε ασταμάτητα και ο φάκελος βρισκόταν στα πρόθυρα της καταστροφής. Δεν μπορούσα να βγάλω άκρη μέσα στο μπουρίνι κι έτσι χώθηκα κάτω από μια τέντα. Εκεί στεκόταν μια κοπέλα. Στάθηκε και με κοίταξε. Την κοίταξα κι εγώ και, με αμηχανία, της χαμογέλασα. Τότε ανταπέδωσε το χαμόγελο και μου είπε: «Έλα, ακολούθησέ με».

Προχωρήσαμε μαζί μέσα στη βροχή. Δεν της είπα τίποτε, δεν με ρώτησε το παραμικρό. Όταν φτάσαμε, μου έδειξε το κτίριο και χαμογέλασε. «Εδώ είναι». Την ευχαρίστησα κι εκείνη έφυγε γρήγορα. Δεν έμαθα ποτέ το όνομά της, μα ακόμη και σήμερα, θυμάμαι το χαμόγελό της.
Και πόσοι ακόμη άνθρωποι, άγνωστοι, δίχως όνομα, είναι ικανοί, με ένα τους βλέμμα, μια κουβέντα, να ομορφύνουν τη μέρα μας;

Ίσως, τελικά, οι άνθρωποι που μας σημαδεύουν να μην είναι πάντα οι προφανείς. Ίσως να είναι κι εκείνοι που απλώς περνούν από δίπλα μας, αφήνουν το ανεξίτηλο στίγμα τους και χάνονται ξανά μέσα στο πλήθος.

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ.
Exit mobile version