Eκείνη η Δευτέρα ξεκίνησε κάπως διαφορετικά. Χωρίς ξυπνητήρι, αλλά με τον ήχο του σταθερού τηλεφώνου. Έντρομος πετάχτηκε πάνω και με την άκρη του ματιού του κοίταξε το ρολόι. Έξι και τέταρτο.
«Μάλιστα, αφεντικό. Ετοιμάζομαι αμέσως και ξεκινάω.»
Ο Προκόπης ο Άγιος είχε επιλεγεί, ανάμεσα σε τόσους και τόσους, για το στήσιμο περιπτέρου στη ΔΕΘ. Κι ενώ όλοι δυσανασχετούσαν και άλλοι επέλεγαν τη σίγουρη οδό της αναρρωτικής άδειας, ο Προκόπης ο Άγιος ένιωθε αυτή την επιλογή ως μια ακόμη ευκαιρία να προσφέρει και ήταν ήδη έτοιμος για μια νέα πρόκληση.
Φτάνοντας εκεί με το φορτηγάκι γεμάτο πράγματα, αντίκρισε κόσμο. Κόσμο πολύ. Οι αρχές και οι τρόποι του τού όριζαν να χαιρετά, διαρκώς, με μια καλημέρα και ένα αυθεντικό χαμόγελο μόνιμα αποτυπωμένα στο πρόσωπό του. Τις περισσότερες φορές δίχως ανταπόκριση, μα ποιος νοιαζόταν;
«Άντε, κύριε, παρακαλώ, προχωρήστε! Δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεσή μας. Και σας παρακαλώ, μην ξεχνάτε το καρτελάκι σας!»
Ο Προκόπης ο Άγιος δεν δυσανασχετούσε ποτέ.
«Κι αυτά τα παιδιά τη δουλειά τους κάνουν.» ψέλλιζε κάθε φορά.
Ξεκίνησε το στήσιμο. Οι δουλειές ατελείωτες, μα η διάθεσή του πάντα ίδια. Είχε πάει ήδη απόγευμα. Όλοι πια εξαντλημένοι. Αστυνομικές δυνάμεις, κοσμοσυρροή και μια απροσδιόριστη αναστάτωση. Εκείνος, ωστόσο, το βιολί του.
«Καλησπέρα σας. Να είστε καλά.» Και το χέρι διαρκώς απλωμένο για χειραψία.
Σε μια στιγμή, πνιγμένος από αγανάκτηση, ο Ηλίας, ο υπεύθυνος, τον τράβηξε στην άκρη.
«Προκόπη, σταμάτα πια! Ό,τι κι αν γίνει, να μην ξαναδώσεις σε κανέναν χειραψία. Εντολή του αφεντικού.»
«Ε, άμα το είπε το αφεντικό, τέλος.»
Η αναστάτωση εκεί είχε φτάσει στο ζενίθ. Όλοι μέσα στον πανικό έτρεχαν, θαρρείς χωρίς λόγο, δω κι εκεί, κάτι να φέρουν, κάτι να μετακινήσουν, κάτι να προλάβουν. Στο περίπτερο εκείνη τη στιγμή ο μόνος που είχε απομείνει ήταν ο Προκόπης ο Άγιος.
Το μάτι του έπεσε τότε πάνω σ’ ένα βαζάκι μέλι από έναν τοπικό παραγωγό, που είχαν αφήσει στην άκρη. Το πήρε στα χέρια του και στάθηκε να διαβάζει με μεγάλη προσοχή την ετικέτα, προσπαθώντας να καταλάβει από ποια περιοχή ήταν.
Και τότε ένα χέρι απλώθηκε μπροστά του για χειραψία. Στην αρχή δεν το αντιλήφθηκε. Ύστερα, ένα χτύπημα στην πλάτη τού έδειξε τι έπρεπε να κάνει.
Γύρισε. Το χέρι παρέμενε απλωμένο. Ο Προκόπης ο Άγιος, όμως, είχε πάρει μια εντολή και έπρεπε να την τηρήσει.
«Το αφεντικό είπε όχι χειραψίες…»
Και, πράγματι, με προσποιητό απαξιωτικό ύφος απέφυγε επιδεικτικά τη χειραψία.
Μεγάλη ένταση προκλήθηκε, μα εκείνον δεν τον ένοιαζε. Είχε κάνει αυτό που του είχε ζητήσει το αφεντικό.
Το ίδιο βράδυ, εξαντλημένος πια, επέστρεψε σπίτι. Έκανε ένα μπάνιο κι άνοιξε την τηλεόραση. Έκτακτη είδηση παντού.
«Σάλος στη ΔΕΘ! Πολίτης αρνήθηκε να δώσει χειραψία στον πρωθυπουργό.»
Ο Προκόπης ο Άγιος στάθηκε ακίνητος. Κοίταξε την οθόνη. Κάτι του θύμιζαν τα πλάνα. Και τότε κατάλαβε. Μα ναι, ήταν εκείνος.
Για πρώτη φορά στη ζωή του, το όνομά του βρισκόταν στην τηλεόραση, στις ειδήσεις. Όχι βέβαια για κάτι κακό ούτε για κάτι καλό ακριβώς. Μα ήταν στις ειδήσεις. Χαμογέλασε περήφανος.
«Ε, τι να έκανα, αφού το είπε το αφεντικό…»


