Όπως καθόταν στο καφενείο, χτύπησε το κινητό του. Ειδοποίηση. Το κοίταξε αδιάφορα, όμως αμέσως ξαφνιάστηκε.
«Επιτέλους! Επιλέχθηκα στο πρόγραμμα Τουρισμός για όλους! Χρόνια είχα να πάω διακοπές. Επιτέλους, φέτος θα τα καταφέρω.»
«Βοήθειά σου, λοιπόν!» ψέλλισαν κάποιοι θαμώνες από το βάθος χασκογελώντας.
Δεν κατάλαβε τον υπαινιγμό, μα εκείνη τη στιγμή δεν τον ενδιέφερε κιόλας. Πήγε στο σπίτι με ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα, όχι πολλά, γιατί δεν είχε πληρωθεί ακόμη. Αγκάλιασε τη γυναίκα του και τη φίλησε.
«Ετοιμάσου, γυναίκα. Φεύγουμε διακοπές.»
«Μα, τι λες; Ίσα που έχουμε να βγάλουμε τον μήνα.»
«Μην στενοχωριέσαι. Τα κανόνισα όλα. Έχω επιλεγεί στο πρόγραμμα Τουρισμός για όλους. Διακόσια ευρώ! Επιτέλους, φέτος θα τα καταφέρουμε!»
Εκείνη χάρηκε. Είχε καιρό να τη δει να χαμογελά. Του ετοίμασε, με ό,τι είχε στο ψυγείο, ένα ωραίο γεύμα. Μακαρόνια με σάλτσα. Η διάθεσή τους, όμως, το έκανε να μοιάζει με πολυτελές γεύμα.
Αφού τελείωσαν, ήρθε επιτέλους η ώρα να καθίσουν στον καναπέ και να βρουν προορισμό. Για ώρα έμειναν αγκαλιασμένοι, κάνοντας σχέδια.
«Μήπως να πάμε Κυκλάδες;»
«Ωραία ιδέα. Εγώ θα ήθελα και Ιόνιο.»
«Ωραία, ας ψάξουμε. Έχουμε πολλές επιλογές. Όπου κι αν πάμε, θα είναι ωραία.»
Ξεκίνησαν να ψάχνουν. Ο ενθουσιασμός άρχισε σιγά σιγά να σβήνει και η πρώτη απογοήτευση να κάνει την εμφάνισή της.
«Πάρος. Χίλια πεντακόσια ευρώ.»
«Ακριβά πολύ…»
«Δεν πειράζει. Πάμε κάπου πιο ήρεμα.»
«Ζάκυνθος. Χίλια τριακόσια ευρώ.»
«Μμ… Πάμε να δούμε Σκιάθο;»
«Ναι! Να πάμε και στο σπίτι του Παπαδιαμάντη.»
«Τέλεια.»
«Σκιάθος. Χίλια ευρώ.»
Η απογοήτευση άρχισε να μεγαλώνει. Όμως δεν θα το έβαζαν κάτω.
«Πάμε να δούμε Χαλκιδική;»
«Χίλια επτακόσια ευρώ.»
«Απλησίαστο. Δεν θα τα καταφέρουμε.»
«Μην απογοητεύεσαι. Θα βρούμε.»
«Λες να δούμε για βουνό;»
«Καλή ιδέα!»
«Πάμε Ζαγοροχώρια;»
«Υπέροχα!»
«Ζαγοροχώρια. Οκτακόσια ευρώ.»
Τα πρόσωπά τους είχαν πλέον μια αίσθηση θλίψης.
«Πήλιο;»
«Ναι, ναι. Σίγουρα θα βρούμε εκεί. Πήγε και ο Μάκης πέρσι. Ωραία ήταν, είπε.»
Ξεκίνησαν τα τηλεφωνήματα.
«Πόσο για δύο άτομα;»
«Πλήρης σεζόν.»
«Μάλιστα…»
«Για πόσες μέρες;»
«Τρεις.»
«Μάλιστα…»
Ο ένας μετά τον άλλον, οι προορισμοί έφευγαν από τη λίστα τους.
Τελικά πήγαν μια βόλτα, μια βραδιά, στον Μακρύγιαλο.
Δεν είχαν ξενοδοχείο, ούτε πισίνα, ούτε θέα από μπαλκόνι. Είχαν μόνο το παλιό τους αυτοκίνητο, μια μικρή τσάντα και όλη τη διάθεση που τους είχε απομείνει.
Πέρασαν υπέροχα. Έκαναν μπάνιο στη θάλασσα, περπάτησαν στην παραλία και κάθισαν μέχρι αργά κοιτάζοντας τη θάλασσα. Ένιωσαν οικεία σ’ εκείνο το μέρος όπου είχαν μεγαλώσει.
Κάποια στιγμή εκείνη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του.
«Τελικά, περάσαμε όμορφα.»
«Πολύ.»
«Και τα εισιτήρια;»
Χαμογέλασε.
«Θα τα κρατήσουμε, μήπως κερδίσουμε το Τζόκερ και καταφέρουμε κάποια στιγμή να πάμε.»
Εκείνη γέλασε. Εκείνος έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο. Πίσω τους η θάλασσα, μπροστά τους ο μήνας που έπρεπε να βγει. Και κάπως έτσι, για άλλη μια χρονιά, ο Τουρισμός για Όλους έγινε το κίνητρο και τους βοήθησε να κάνουν διακοπές. Για μία βραδιά.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ.
Exit mobile version