Όλα ήταν όπως έπρεπε, μια ζωή ήρεμη, απλή, χωρίς πολλές απαιτήσεις, μέσα σε συνθήκες ελεγχόμενες. Καθημερινά ακούγονταν από το στόμα του φράσεις που είτε είχε ως αρχές στη ζωή του είτε έτσι είχε μάθει από τα γενοφάσκια του. «Θα κυνηγάς μέχρι εκεί που φτάνει το χέρι σου», έλεγε η μάνα.
Οι ανάγκες του κι αυτές όχι ιδιαίτερα απαιτητικές, σαν αυτές που έχει κάθε άνθρωπος. Να σηκωθεί το πρωί, να πιει τον καφέ, να διαβάσει εφημερίδα, να πάει στη δουλειά, να τρέξει για υποχρεώσεις, να κοιτάει στο τέλος του μήνα πότε θα περάσουν οι μέρες μέχρι να πληρωθεί. Την Κυριακή εκκλησία και κάθε Τετάρτη και Παρασκευή νηστεία. Και μια γλυκιά αφέλεια που για άλλους μεταφραζόταν σε αγνότητα, ενώ άλλοι τον χαρακτήριζαν απλώς κορόιδο.
Αυτός ήταν ο Προκόπης, όπως συνήθιζαν να τον αποκαλούν, «Προκόπης ο Άγιος», γιατί πάντα είχε έναν καλό λόγο να πει για όλους και μια δικαιολογία για όλα.
Ο Προκόπης ο Άγιος πάντοτε συναντούσε εμπόδια και, φυσικά, ένα από αυτά ήταν πως δεν κατάφερε ποτέ να εξοικειωθεί με την τεχνολογία και, όπως ήταν απονήρευτος, έπεφτε συχνά πυκνά θύμα πειραγμάτων και φαρσών.
Ένα πρωί, ίσα που ετοιμάστηκε να πάει στη δουλειά, και το τηλέφωνο χτύπησε. Ποτέ τέτοια ώρα δεν χτυπούσε. Οι λίγοι που είχε στις επαφές του το γνώριζαν. Ανησύχησε και το σήκωσε.
«Βοήθεια! Προκόπη, βοήθεια!»
Ταράχτηκε.
«Ποιος είναι, μωρέ;»
«Βοήθεια, Προκόπη, εγώ είμαι η αδερφή σου. Χτύπησα. Είμαι στο νοσοκομείο.»
«Βάνα, εσύ;»
Και τότε μια άλλη φωνή, αυτή τη φορά του υποτιθέμενου γιατρού, του ζήτησε 30.000 € για την εγχείρηση της αδερφής του.
Ο Προκόπης ο Άγιος αναστατώθηκε. Πού θα έβρισκε τόσα λεφτά; Ξεκίνησε να παίρνει τηλέφωνο. Τηλεφώνησε στον Βάσο. Εκείνος γέλασε και το έκλεισε. Μετά πήρε τον Σάκη.
Η ίδια αντίδραση. Τους πήρε όλους.
Ώσπου η μόνη και στερνή ελπίδα ήταν η αδερφή του στην Αυστραλία. Δίχως να χάσει χρόνο, μέσα στον πανικό, τηλεφώνησε. Η ώρα εκεί διαφορετική από τη δική του, μα δεν είχε μυαλό για τέτοια.
«Βάνα; Εσύ; Χρειάζομαι επειγόντως χρήματα! Βοήθεια!»
Εκείνη, μόλις τον ρώτησε τι τα θέλει, η αλήθεια έλαμψε μπροστά του.
Έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα σιωπηλός.
«Το ήξερα», είπε τελικά.
«Τι ήξερες;»
«Τίποτα, τίποτα.»
«Αμάν, ρε Προκόπη, πάλι σου κάνανε φάρσα; Πήγαινε στην αστυνομία τώρα.»
«Έλα μωρέ τώρα, αστυνομία. Άσε, μπορεί να ήταν πιτσιρίκια. Κρίμα είναι.»
Έκλεισε το τηλέφωνο και κοίταξε το ρολόι. Είχε αργήσει στη δουλειά και έτρεξε αμέσως στη στάση. Τότε, στο ραδιόφωνο του λεωφορείου, άκουσε το δελτίο ειδήσεων που έλεγε: «Προσοχή στους επιτήδειους που τηλεφωνούν ζητώντας χρήματα από ανυποψίαστους πολίτες με πρόφαση κάποιο ατύχημα αγαπημένου τους προσώπου».
Τότε πια χαμογέλασε. Γιατί ο Προκόπης ο Άγιος είχε ένα σπάνιο χάρισμα: κάθε φορά που τον κορόιδευαν, εκείνος έβρισκε έναν λόγο να δικαιολογεί και να συγχωρεί.


