Γράφει ο Γιάννης Μοσχόπουλος
Η Δάφνη Κυροπούλου έχει αφηγηθεί και για κάποιον «ι Ντώνης ου Παπαγληγόρης του Διονύση», οπότε έχουμε ένα ακόμη όνομα ιερέα παπαΓρηγόρη, χωρίς άλλα στοιχεία ταυτοποίησής του. Σύμφωνα με την γραπτή μαρτυρία του Γρηγόρη Μοσχόπουλου «είχαμε παπάδες εντοποίους […] ήτοι τον παπαΦίλιππον Μοσχόπουλον τον Εμμανουήλ Παπαδόπουλον», για τον οποίο επίσης δεν έχουμε άλλα προσωπογραφικά στοιχεία. Ο ίδιος έχει γράψει ότι ο Γρ. Δικορούκας ήταν κανδυλανάπτης.
Σημαντικές πληροφορίες αντλούμε από τις σελίδες ημερολογίου του Αλ. Κ. Κωνσταντινίδη, παρά το ότι το έργο του είναι γεμάτο από υποτιμητικές, και ειρωνικές εκφράσεις για τους κατοίκους του Γιδά. «Κυριακή 10-05-1909. Απόγευμα. Όλα σε ωθούν έξω. Αλλά πού αν υπάγης ; Έν των 50-60 χωρίων του Ουρουμλουκίου το Γιδά, όπως και όλα τα άλλα ουδέ την ελαχίστην παρέχει διασκέδασιν. Μόλις αριθμούν 100 οικίας πλινθοκτίστους ύψους 2 μέτρων και εστεγασμένους δια βούρλων, είναι τσιφλίκι κάποιου μπέη. […] Οι διδάσκαλοι και οι ιερείς, ανικανώτατοι, δεν είναι εις θέσιν να διαδώσουν καμμίαν σωτήριον ιδέαν». Ο ίδιος στις 28.6.1909 κατέγραψε την γνωριμία του με τον Δεσπότη Καμπανίας Φώτιο (Μαρινάκη), ο οποίος είχε έλθει επίσκεψη στο Γιδά για να ασχοληθεί με θέματα διαζυγίου των κατοίκων. Ανέφερε διάφορα φημολογούμενα περιστατικά από τη δράση του επισκόπου, τα οποία είχαν πάντα θέμα την φιλαργυρία του. Κατέγραψε ότι στους δύο [πρώτους] μήνες της παραμονής του στο Γιδά ο επίσκοπος, ενώ ήρθε «δεκάκις», απέφυγε να επισκεφθεί το χωριό «ότε προχθές “εσάπιζε στο ξύλο” τους κατοίκους κάποια γενναία φρουρά ζητούσα όπλα κλπ. [βλ. άρθρο 12] Ήλθε μόνον οσάκις παρίστατο ευκαιρία χαρατσώματος του κόσμου». Κατέληξε δε ο Α. Κωνσταντινίδης με τους προσφιλείς του απαξιωτικούς και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς για τους κατοίκους του Γιδά και το ποίμνιο της Καμπανίας, λέγοντας: «Τοιούτος έλαχε αρχιερεύς εις ποίους; Εις ανθρώπους φυτοζωούντας υπό πάσαν έποψιν. Εις ανθρώπους άνευ ουδενός έρματος ηθικού και πνευματικού και εντελώς ακαλλιεργήτους».
Ο Αντώνιος Μοσχόπουλος του Φιλίππου [μετά την επιστροφή του από την εξορία, που προφανώς δεν διήρκεσε δύο χρόνια] το 1910 χειροτονήθηκε ιερέας από τον μητροπολίτη Καμπανίας Φώτιο. Έκτοτε είναι γνωστός ως «παπΑντώνης».
Ο σκανδαλώδης βίος του Επισκόπου Καμπανίας Φωτίου συνδέθηκε και με τον Γιδά. Σύμφωνα με επιστολή της 23.4.1912 οι δημογέροντες και μουχταροαζάδες, οι εφοροεπίτροποι και οι πρόκριτοι της Κουλακιάς ενημέρωσαν στον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ιωακείμ κατηγορώντας βαρύτατα τον Φώτιο, ότι «κατέστη μάστιγξ του τόπου φοβερά απογυμνώνων τα βαλάντια των χωρικών […] συγκατοικεί, συντρώγει και συμπίνει μετά γυναικών και νεανίδων […] μετέφερέ ποτε νέας εις το ξενοδοχείον “ο Παρθενών” της Θεσσαλονίκης και επί πολλάς ημέρας εκράτησεν αυτάς αυτόθι εν Γιδά […] και εσχάτως εν Κουλακιά διέπραξε φοβερόν κακούργημα, όπερ κατετάραξεν πλέον την Κοινότητά μας και τα πέριξ». Τόσο ο μητροπολίτης όσο και το Προξενείο Θεσσαλονίκης ζήτησαν την άμεση αποπομπή του ακόλαστου δεσπότη. Τελικά μία οργισμένη διαδήλωση των Κουλακιωτών κατάφερε να εκδιώξει τον επίσκοπο από την κωμόπολη, ο οποίος φυγαδεύθηκε με την προστασία της τουρκικής αστυνομίας. Όμως σύμφωνα με σημειωμένη μαρτυρία του Γρηγ. Μοσχόπουλου «Ο Φώτιος ζήτησε στο Γηδά να κάνει [έδρα] το 1912. Τον δέχθηκαν απ’ την Κουλακιά και παιδιά στ’ άλογα απάν’, τον πήγαν στην εκκλησία». Προφανώς όμως αυτός ο σχεδιασμός του δεν ευδοκίμησε. Τυπικά η θητεία του Φώτιου φέρεται ότι διήρκεσε μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου του 1912. Ο τέως Καμπανίας υπέβαλε την παραίτησή του και την 4 ή 5.10.1912 αναχώρησε για Σμύρνη, διότι επρόκειτο να μετατεθεί στην Επισκοπή Μοσχονησίων.
Υπάρχει η πληροφορία από την Δάφνη Κυροπούλου ότι στην παλιά εκκλησία του Αγίου Αθανασίου γίνονταν γάμοι, αναφέροντας ότι και η ίδια εκεί στεφανώθηκε (περί το 1890 ;). «Νύφις πως γέν’ταν μείς κι τ’ς’έβαζαν ψ’λά στ’ άλογο κι μι σιρβέτις κι μι λουλούδια κι μι καρφίτσις πάιναν κι τ’ς κατέβαζαν […] Γέν’ταν οι νύφις καλιές […] Ιγώ στ’ μπαλιά τ’ν ικκλησιά που δώ μι τ’άλογου. Τ’ς κατιβάζ’ν κάτ’, τ’ς γυρνούν κατά ηλιού, ντ’ διν’ μιά του μούτσιανου μπροστά». Είναι άγνωστο για ποιό λόγο απέφυγαν να στεφανωθούν στην Παναγία και τέλεσαν το μυστήριο στον κοιμητηριακό ναό του Αγίου Αθανασίου. Επίσης η ίδια αφηγήθηκε ότι εκεί τελέσθηκε ο γάμος του 15/16χρονου Ι.Μ. «άμα πηγάμε στο νούνο τα καλάθια στην παλιά τ’ν ικκλησιά […] πήγα τουν λιέου […] να τ’ς προσκνή’ης κι να τ’ς χιρετί’ης […] Ότ(αν) πηγάμε για τ’ ακ’λούθια ικεί, τηρώ κατ’ μπαλιά τ’ν ικκλησιά άρχισα να κλιέου. Πούνι μάνα τ’, λιέου, να τον ιδεί αυτόν πού τον παέν’ σήμιρου. Γυρνάμι τώρα κλίκι να τον δώσω κι κλέου, λέου που είπις δεν προσκ’νάς. Καλά μωρέ δα τ’ς προυσκ’νήσου, μην κλιές. […] Κι στρατό. Του χουργιό γιμάτο […] κι στρατιώτις, να δουν τα αντέτια, τι αντέτια έχουμι μείς. Τουρκικά, Τούρκοι, Τούρκοι». Εκτιμώ πως αυτός ο γάμος (το έτος γέννησης του γαμπρού 1896 συν τα 16 χρόνια του μας δίνει τη χρονολογία 1912) δεν έγινε στην Παναγία λόγω της παρουσίας ισχυρών στρατιωτικών ταγμάτων που έφταναν στον σταθμό του Γιδά από τις 7/20 Οκτωβρίου 1912, δηλαδή δύναμη περίπου 3.500 ανδρών και προωθούνταν προς την Κατερίνη, ενώ το τάγμα Βοδενών άργησε να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του στη Φλώρινα, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να προλάβει τα άλλα (και μάλλον παρέμεινε στον Γιδά;).
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ (Μετά το καλοκαίρι)
Αλεξάνδρεια, 29.6.2026 ΓΙΑΝΝΗΣ Δ. ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ mosio@otenet.gr

