Η νέα ακτινογραφία της ρευστότητας στην Ελλάδα και το παράδοξο των ελληνικών τραπεζών
Την ώρα που η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα στις ελληνικές τράπεζες αυξήθηκαν κατά 5,3 δισ. ευρώ και ο ετήσιος ρυθμός ανόδου έφτασε στο 7,8%. Η εικόνα μοιάζει εντελώς αντιφατική, αλλά τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δίνουν την απάντηση. Από τα 5,3 δισ. ευρώ της μηνιαίας αύξησης, τα 4,973 δισ. ευρώ προήλθαν από τις επιχειρήσεις και τα 4,582 δισ. ευρώ μόνο από τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.

Με απλά λόγια, σχεδόν το σύνολο των νέων καταθέσεων δεν μπήκε στις τράπεζες από τους μισθούς των νοικοκυριών, αλλά από την επιχειρηματική δραστηριότητα. Η απάντηση για αυτό το στοιχείο είναι ότι την ίδια περίοδο οι έρευνες καταναλωτικής εμπιστοσύνης συνεχίζουν να καταγράφουν ότι η ακρίβεια αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα των νοικοκυριών, οι δαπάνες για τρόφιμα και στέγαση απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος και η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει τη χαμηλότερη αποταμίευση νοικοκυριών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η εικόνα της αγοράς
Η εικόνα της αγοράς παραμένει διαφορετική από εκείνη που αποτυπώνεται στις τραπεζικές καταθέσεις. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να κινείται πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, με τις μεγαλύτερες πιέσεις να εντοπίζονται στις υπηρεσίες και στη στέγαση. Τα ενοίκια έχουν αυξηθεί σωρευτικά κατά πολύ υψηλότερους ρυθμούς από τους μισθούς μετά το 2021, ενώ οι τιμές βασικών τροφίμων παραμένουν αισθητά υψηλότερες από τα προ κρίσης επίπεδα, παρά την αποκλιμάκωση του γενικού πληθωρισμού.
Η μεταβολή αυτή επηρεάζει άμεσα τη διάρθρωση του οικογενειακού προϋπολογισμού. Μεγαλύτερο ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος κατευθύνεται πλέον στην κάλυψη ανελαστικών δαπανών, περιορίζοντας το περιθώριο αποταμίευσης. Τα χρήματα που φεύγουν από τα νοικοκυριά δεν εξαφανίζονται από την οικονομία. Μετατρέπονται σε κύκλο εργασιών επιχειρήσεων, σε αυξημένες εισπράξεις υπηρεσιών, σε υψηλότερους τζίρους στο λιανεμπόριο και τελικά σε μεγαλύτερα ταμειακά διαθέσιμα.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στα στοιχεία της Eurostat. Ο δείκτης τιμών παραγωγού στις υπηρεσίες διαμορφώνεται για την Ελλάδα στις 128,1 μονάδες, έναντι 124,4 στην Ευρωπαϊκή Ένωση και 122,2 στην ευρωζώνη. Η διαφορά παραμένει σταθερή τα τελευταία δύο χρόνια και επιβεβαιώνει ότι η ελληνική οικονομία παράγει μεγαλύτερο μέρος της αξίας της στις υπηρεσίες, στον τουρισμό, στις μεταφορές και στις δραστηριότητες που συνδέονται άμεσα με την κατανάλωση.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να μην αποταμιεύει
Η σημαντικότερη αντίφαση προκύπτει από τα στοιχεία της Eurostat για την αποταμίευση, με το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών στην ευρωζώνη να διαμορφώνεται στο 14,3% του διαθέσιμου εισοδήματος κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026. Η εικόνα για την Ελλάδα ωστόσο είναι εντελώς διαφορετική καθώς, τα τελευταία συγκριτικά στοιχεία του ΟΟΣΑ κατατάσσουν τη χώρα στην τελευταία θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών οικονομιών, με αρνητική καθαρή αποταμίευση των νοικοκυριών. Η διαπίστωση αυτή σημαίνει ότι συνολικά οι οικογένειες εξακολουθούν να καταναλώνουν περισσότερο από όσα μπορούν να αποταμιεύσουν.
Αντίστοιχα είναι τα ευρήματα και στην έρευνα οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ, όπου η μεγάλη πλειονότητα των νοικοκυριών δηλώνει ότι δεν αναμένει δυνατότητα αποταμίευσης τους επόμενους δώδεκα μήνες, ενώ οι προσδοκίες για την οικονομική κατάσταση της οικογένειας παραμένουν αισθητά χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η περιορισμένη δυνατότητα αποταμίευσης αποτυπώνεται και στο ιδιωτικό χρέος, το οποίο συνεχίζει να αυξάνεται, παρά τη βελτίωση των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών. Τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την ΑΑΔΕ υπερβαίνουν πλέον τα 110 δισ. ευρώ, οι οφειλές προς τον ΕΦΚΑ κινούνται πάνω από τα 50 δισ. ευρώ, ενώ σημαντικό μέρος των παλαιών «κόκκινων» δανείων παραμένει στους ισολογισμούς των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι ένα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών εξακολουθεί να διαθέτει περιορισμένα περιθώρια για να αποταμιεύσει, με αποτέλεσμα σημαντικό μέρος του εισοδήματος να κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση των καθημερινών υποχρεώσεων.
Το γεγονός αυτό σημαίνει οτι αν και η οικονομία παράγει περισσότερο εισόδημα, ένα σημαντικό μέρος του ανακυκλώνεται μεταξύ κατανάλωσης, φορολογικών υποχρεώσεων, ενοικίων, δανειακών δόσεων και εξόφλησης παλαιών οφειλών.
Η ρευστότητα συγκεντρώνεται στις επιχειρήσεις
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι η αύξηση των επιχειρηματικών καταθέσεων δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο. Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής εκτινάχθηκε στο 18,7%, από 10,8% έναν μήνα πριν, εξέλιξη που δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί μόνο από εποχικούς παράγοντες.
Η εικόνα συνδέεται με τρεις εξελίξεις που χαρακτηρίζουν την ελληνική οικονομία το τελευταίο δωδεκάμηνο. Η πρώτη αφορά τη νέα τουριστική περίοδο, η οποία ξεκίνησε με ιδιαίτερα υψηλές αφίξεις και εισπράξεις. Η δεύτερη αφορά τη συνεχιζόμενη υλοποίηση έργων του Ταμείου Ανάκαμψης, που αυξάνει τον κύκλο εργασιών σε κλάδους όπως οι κατασκευές, η πληροφορική, η ενέργεια και οι τεχνικές υπηρεσίες. Η τρίτη αφορά τη συνολική αύξηση των τιμών την τελευταία τριετία, η οποία οδήγησε σε υψηλότερους ονομαστικούς τζίρους σχεδόν σε όλους τους κλάδους της οικονομίας.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται και στα τελευταία στοιχεία της Eurostat για τον κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων. Παρά τη σταδιακή επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας, οι ελληνικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να εμφανίζουν υψηλότερη δυναμική από πολλές οικονομίες της ευρωζώνης, κυρίως στους κλάδους των υπηρεσιών. Η αύξηση των τζίρων δημιουργεί μεγαλύτερα ταμειακά διαθέσιμα, τα οποία εμφανίζονται αρχικά ως τραπεζικές καταθέσεις πριν κατευθυνθούν σε επενδύσεις, πληρωμές προμηθευτών ή φορολογικές υποχρεώσεις.
Οι αριθμοί δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία παράγει σήμερα περισσότερη ρευστότητα από ό,τι πριν από λίγα χρόνια. Η ίδια ρευστότητα κατανέμεται με διαφορετικό τρόπο ανάμεσα σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Οι επιχειρηματικοί ισολογισμοί ενισχύονται, οι τραπεζικές καταθέσεις αυξάνονται, η αποταμίευση των νοικοκυριών παραμένει η χαμηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ιδιωτικό χρέος εξακολουθεί να περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα μεγάλου μέρους των οικογενειών.

