Γράφει ο Νίκος Αλμπάνης

Είχε ανεβάσει μία φωτογραφία. Όχι κάτι σπουδαίο. Ένα ηλιοβασίλεμα. Όσοι τη γνώριζαν ήξεραν πόσο πολύ ήθελε να πάει εκεί. «Όνειρο ζωής», έλεγε κάθε φορά που η κουβέντα έφερνε το μέρος αυτό. Τα πρώτα σχόλια ήταν όμορφα και ενθαρρυντικά. Χάρηκε. Πίστεψε πως η χαρά της είχε φτάσει και στους άλλους και αποφάσισε να ανεβάσει την ίδια φωτογραφία και σε μια άλλη πλατφόρμα.
Οι αντιδράσεις άρχισαν να έρχονται γρήγορα. Άνοιξε το πρώτο σχόλιο με ανυπομονησία. «Άλλος ένας λόγος που με φέρνει πιο κοντά στη διαγραφή των social media…». Ένα προφίλ χωρίς φωτογραφία. Ένα όνομα που δεν της έλεγε τίποτα, αλλά ήταν αρκετό για να της χαλάσει τη διάθεση. Λίγο αργότερα ακολούθησαν κι άλλα σχόλια στο ίδιο ύφος. Δεν άντεξε. Κατέβασε την ανάρτηση και έκλεισε το κινητό. Μια απογοήτευση, όμως, την είχε κυριεύσει ολοκληρωτικά και, ως έναν βαθμό, δικαιολογημένα.
Δύο μέρες αργότερα είχε το ρεπό της. Έγραψε τη λίστα για το σούπερ μάρκετ και αποφάσισε να πάει στο κεντρικό κατάστημα της πόλης, συνδυάζοντας τα ψώνια με μια βόλτα. Φτάνοντας στο ταμείο αντίκρισε μεγάλη ουρά. Ένας ηλικιωμένος κύριος, με τρεμάμενα χέρια, έψαχνε στο πορτοφόλι του ένα χαρτάκι όπου είχε σημειωμένο το PIN της κάρτας του, αλλά δυσκολευόταν να δει καθαρά χωρίς τα γυαλιά του. Καθυστερούσε τη συναλλαγή. Σκέφτηκε να τον βοηθήσει, όμως βρισκόταν αρκετά πίσω και υπήρχαν άλλοι, πιο κοντά, που μπορούσαν να ρίξουν μια ματιά για εκείνον. Εκείνος γύρισε προς το μέρος όλων και, με μια ειλικρινή ευγένεια, ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση.
Κανείς δεν απάντησε. Κανείς δεν προσφέρθηκε να τον βοηθήσει. Δεν είχαν χρόνο, όλοι βιάζονταν. Ώσπου από το βάθος ακούστηκε μια φωνή:
«Ρε, πού μπλέξαμε με αυτούς τους γέρους… Τελειώνετε, ρε! Έχουμε και δουλειές.»
Και τότε, ως διά μαγείας, βρέθηκε ξαφνικά χρόνος. Χρόνος όχι για βοήθεια, αλλά για σχόλια, ειρωνείες και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς. Το παράδοξο ήταν πως ο άνθρωπος είχε ήδη ολοκληρώσει τη συναλλαγή του.
Βγαίνοντας από το κατάστημα, της ήρθε ξανά στο μυαλό εκείνο το σχόλιο κάτω από τη φωτογραφία. Δύο μέρες είχαν περάσει. Δύο διαφορετικοί χώροι. Δύο διαφορετικές κοινωνίες ανθρώπων. Κι όμως, τόσο ίδιες συμπεριφορές.
Και τότε κατάλαβε πως πίσω από τις οθόνες και τα πληκτρολόγια δεν κρύβονται αλγόριθμοι ούτε κάποιοι απρόσωποι μηχανισμοί. Βρίσκονται οι ίδιοι άνθρωποι που συναντάμε καθημερινά στο ταμείο ενός σούπερ μάρκετ, στον δρόμο, στη δουλειά ή στη διπλανή μας πόρτα.
Άνθρωποι που σπάνια θα βρουν τον χρόνο να πουν μια καλή κουβέντα. Το καλό, άλλωστε, το θεωρούν αυτονόητο, ίσως και δεδομένο. Ό,τι όμως ξεφεύγει από τη δική τους βολή, ό,τι δεν καταλαβαίνουν ή απλώς δεν τους αρέσει, βρίσκουν πάντα τον χρόνο και τη διάθεση να το κρίνουν με τον πιο δηκτικό τρόπο, κρυμμένοι πίσω από μια αφιλτράριστη «ειλικρίνεια».
Κι έτσι γεννιέται η εξής απορία: αν κάθε κακόβουλη λέξη που ξοδεύουμε για τη ζωή των άλλων κόστιζε ένα μικρό κομμάτι από τη δική μας, θα συνεχίζαμε άραγε να είμαστε θεατές στις ζωές των τρίτων ή θα επιλέγαμε, επιτέλους, να γίνουμε αρχιτέκτονες της δικής μας;

