Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Μάρτυς Μάμας και Ιωάννης Δ΄ ο νηστευτής, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Μάρτυς Μάμας
Γεννήθηκε στα μέσα του 3ου αι. (γύρω στο 260) στη Γάγγρα της Παφλαγονίας κάτω από δραματικές συνθήκες. Γονείς του ήταν ο Θεόδοτος και η Ρουφίνα, ευσεβείς χριστιανοί που, λόγω της πίστης τους, συνελήφθησαν από τον Ρωμαίο διοικητή Αλέξανδρο και φυλακίστηκαν. Ο πατέρας του πέθανε στη φυλακή από τα βασανιστήρια και η μητέρα του ξεψύχησε αμέσως μόλις έφερε στον κόσμο τον Μάμαντα μέσα στο κελί της. Το βρέφος, ωστόσο, υιοθετήθηκε από μια πλούσια και ευσεβή χριστιανή χήρα, την Αμμία, και καθώς μεγάλωνε, η πρώτη λέξη που πρόφερε για να φωνάξει τη θετή του μητέρα ήταν «μάμα» (μητέρα), και έτσι ονομάστηκε Μάμας. Οταν η Αμμία πέθανε, άφησε στον Μάμαντα μεγάλη περιουσία, την οποία εκείνος μοίρασε εξ ολοκλήρου στους φτωχούς και, σε ηλικία μόλις 15 ετών, άρχισε να κηρύττει με θάρρος τον Χριστιανισμό, γεγονός που προκάλεσε την οργή των ειδωλολατρών. Για να αποφύγει τη σύλληψη, κατέφυγε σε βουνό κοντά στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου έζησε ως ασκητής και, σύμφωνα με το συναξάρι του, είχε λάβει από τον Θεό το χάρισμα να ημερεύει τα πιο άγρια θηρία. Τα λιοντάρια, οι αρκούδες και οι λύκοι του βουνού τον πλησίαζαν ήρεμα σαν εξημερωμένα αρνιά και κάθονταν στα πόδια του, ακούγοντας τις προσευχές του.

Κατά τη διάρκεια του διωγμού του αυτοκράτορα Αυρηλιανού, ο διοικητής της Καισάρειας, Δημόκριτος, έστειλε στρατιώτες να τον συλλάβουν, αλλά, όταν οι στρατιώτες έφτασαν στο βουνό, είδαν έκπληκτοι τον Μάμαντα να περιβάλλεται από λιοντάρια, εκείνος, όμως, τους υποδέχθηκε με ευγένεια και τους ακολούθησε οικειοθελώς. Ο ηγεμόνας τον πίεσε να θυσιάσει στα είδωλα και μετά την άρνησή του, τον βασάνισαν σκληρά, τον μαστίγωσαν, τον κρέμασαν, του κατέκαψαν τις σάρκες με λαμπάδες, τον έριξαν στο αμφιθέατρο για να τον κατασπαράξουν πεινασμένα άγρια θηρία, εκείνα, όμως, αντί να του επιτεθούν, πήγαν κοντά του και άρχισαν να του γλείφουν τα πόδια. Βλέποντας οι ειδωλολάτρες το θαύμα εξαγριώθηκαν και κάποιος ειδωλολάτρης ιερέας μπήκε στην αρένα και τον πλήγωσε θανάσιμα στην κοιλιά με μια τρίαινα, με αποτέλεσμα να παραδώσει το πνεύμα του το 275. Στην ορθόδοξη αγιογραφία, ο Μάμας απεικονίζεται σχεδόν πάντα κρατώντας ποιμενική ράβδο ως νεαρός βοσκός, με ένα αρνάκι στην αγκαλιά του ή να κάθεται στην πλάτη ενός λιονταριού. Η τιμή του είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Κύπρο, όπου υπάρχει η περίφημη Μονή Αγίου Μάμαντος στη Μόρφου, στην Κρήτη, στη Χαλκιδική και στο Αιγαίο.
Ιωάννης Δ΄ ο νηστευτής, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Σημαντική εκκλησιαστική προσωπικότητα του 6ου αι., γνωστός για την άκρα ασκητικότητα, το φιλανθρωπικό του έργο και τον επίσημο τίτλο του Οικουμενικού Πατριάρχη που καθιερώθηκε επί των ημερών του. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και πριν εισέλθει στον κλήρο εργαζόταν ως τεχνίτης χρυσοχόος. Η ειλικρινής του ευσέβεια προκάλεσε την προσοχή του Πατριάρχη Ιωάννη Γ΄ του Σχολαστικού, ο οποίος τον χειροτόνησε διάκονο, και αργότερα διορίστηκε «Σακελλάριος», υπεύθυνος δηλαδή για τα ιδρύματα της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Μετά την κοίμηση του πατριάρχη Ευτυχίου, ο Ιωάννης εξελέγη παμψηφεί στη θέση του στις 11 Απριλίου 582, έχοντας και την πλήρη στήριξη του αυτοκράτορα Τιβέριου Β΄.
Ενα από τα πιο καθοριστικά ιστορικά γεγονότα της πατριαρχίας του ήταν η επίσημη υιοθέτηση του τίτλου Οικουμενικός Πατριάρχης. Το 587, ο Ιωάννης συνεκάλεσε σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη για να δικάσει τον Πατριάρχη Αντιοχείας Γρηγόριο και στα πρακτικά αυτής της συνόδου ο Ιωάννης υπέγραψε ως «Οικουμενικός». Η κίνηση αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Πάπα Ρώμης Πελαγίου Β΄ και, στη συνέχεια, του διαδόχου του, Γρηγορίου Α΄ του Διαλόγου, καθώς θεώρησαν ότι ο τίτλος αυτός υποδηλώνει παγκόσμια δικαιοδοσία εις βάρος της Ρώμης. Παρά τις πιέσεις, ωστόσο, ο Ιωάννης διατήρησε τον τίτλο, ο οποίος έκτοτε έμεινε ως ο μόνιμος τίτλος των προκαθημένων της Κωνσταντινούπολης.
Το προσωνύμιο «Νηστευτής» του αποδόθηκε λόγω της αυστηρότατης νηστείας και της ασκητικής ζωής που έκανε, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της πατριαρχίας του. Λέγεται ότι η καθημερινή του τροφή ήταν ελάχιστη, λίγα χόρτα ή φρούτα, απείχε εντελώς από το κρέας και το κρασί και κοιμόταν ελάχιστα, συνήθως καθιστός, αφιερώνοντας τις νύχτες του στην προσευχή. Είχε αναπτύξει, επίσης, τεράστιο φιλανθρωπικό έργο, μοιράζοντας όλα τα έσοδα του Πατριαρχείου στους φτωχούς, τους ενδεείς και τους ασθενείς.
Οι μεταρρυθμίσεις του επικεντρώθηκαν στα μυστήρια της Μετάνοιας και της Εξομολόγησης, εισάγοντας μια ριζική αλλαγή στον τρόπο που η Εκκλησία αντιμετώπιζε τους αμαρτωλούς. Οι κανόνες του, που καταγράφηκαν στο περίφημο «Κανονικόν» ή «Νηστευτάριον», διαμόρφωσαν την ποιμαντική πράξη μέχρι και σήμερα. Μέχρι τον 6ο αι., τα επιτίμια, οι πνευματικές δηλαδή ποινές για τις αμαρτίες, εφαρμόζονταν με έναν πολύ αυστηρό και μηχανικό τρόπο, βάσει παλαιότερων κανόνων. Ο Ιωάννης εισήγαγε την αρχή ότι ο πνευματικός πρέπει να εξετάζει α) την εσωτερική διάθεση, το πόσο ειλικρινά έχει μετανοήσει ο άνθρωπος, β) την πρόθεση, αν η αμαρτία έγινε από άγνοια, αδυναμία ή με πλήρη επίγνωση και γ) την κοινωνική κατάσταση. Διαφορετική αντιμετώπιση είχε ένας νέος, ένας ηλικιωμένος, ένας παντρεμένος ή ένας μοναχός.
Η πιο επαναστατική μεταρρύθμισή του ήταν η δραστική μείωση των ετών αποκλεισμού από τη Θεία Κοινωνία. Πριν από αυτόν, οι μεγάλες αμαρτίες σήμαιναν αποχή από τα μυστήρια για 10, 15 ή και 20 χρόνια. Ο Ιωάννης θεώρησε ότι ένας τόσο μακροχρόνιος αποκλεισμός μπορούσε να οδηγήσει τον πιστό στην απόγνωση ή στην πλήρη απομάκρυνση από την Εκκλησία και, για να αντισταθμίσει τη μείωση του χρόνου, οργάνωσε ένα σύστημα όπου η ποινική διάρκεια αντικαθίστατο από ενεργή, καθημερινή πνευματική προσπάθεια. Αν ο μετανοών δεχόταν να αυξήσει την ποιότητα της μετάνοιάς του, ο χρόνος του επιτιμίου μειωνόταν στο μισό ή και στο ένα τέταρτο. Η άσκηση αυτή περιλάμβανε αυστηρότερη νηστεία, (ξηροφαγία) για συγκεκριμένες ημέρες της εβδομάδας, καθημερινές εδαφιαίες μετάνοιες ως ένδειξη ταπείνωσης, ελεημοσύνη, υποχρεωτική δηλαδή προσφορά χρημάτων ή τροφής στους φτωχούς, ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα του καθενός, και αγρυπνία, αφιέρωση ωρών της νύχτας για προσευχή και ανάγνωση των Γραφών. Με τις μεταρρυθμίσεις του αυτές, ο πνευματικός έπαψε να θεωρείται «δικαστής» που επιβάλλει τιμωρίες και άρχισε να αντιμετωπίζεται ως «γιατρός». Η αμαρτία δεν οριζόταν πλέον ως έγκλημα που απαιτεί δικαίωση, αλλά ως πνευματική ασθένεια που χρειάζεται το κατάλληλο φάρμακο για να ιαθεί η ψυχή.
Εκοιμήθη ειρηνικά στις 2 Σεπτεμβρίου 595 και τα μόνα προσωπικά αντικείμενα που βρέθηκαν ήταν ένα τριμμένο ράσο, ένας ξύλινος σταυρός και μια κουβέρτα, με τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο να αναλαμβάνει τα έξοδα της κηδείας του, καθώς εκείνος δεν είχε αφήσει καθόλου χρήματα, έχοντας δώσει και το τελευταίο του νόμισμα στους φτωχούς.
Τιμάται επίσης η μνήμη: 6.628 μαρτύρων εν Νικομηδεία, μαρτύρων Διομήδους, Ιουλιανού, Ευτυχιανού, Ησυχίου, Λεωνίδη, Ευτυχίου, Φιλαδέλφου, Μελανίππου, Παρθαγάπης, Αμμούν, Αειθαλά και δικαίων ιερέων της Παλαιάς Διαθήκης Ελεάζαρου και Φινεές.

