Εκείνο το πρωινό είχε πολλή δουλειά στο μαγαζί. Ατελείωτες παλέτες, χρονοδιαγράμματα και πλαίσια που έπρεπε να τηρηθούν, προϊόντα που έπρεπε να μπουν γρήγορα και σωστά στα ράφια. Περίοδος εκπτώσεων, βλέπεις.
Ξεχύθηκε, λοιπόν, στους διαδρόμους και ξεκίνησε να τακτοποιεί τις σάλτσες στο ράφι. Η διάθεσή του δεν ήταν και η καλύτερη. Όμως η ιδιότητά του και η περιβολή που φορούσε – εκείνο το πουκάμισο με το όνομά του καρφιτσωμένο στο στήθος- επέβαλλαν να είναι ευγενικός και χαμογελαστός.
Η ώρα κυλούσε ανάμεσα σε τυπικές καλημέρες και μπερδεμένες σκέψεις. «Τελικά, τι κάνω εγώ εδώ; Μήπως ήταν λάθος που αποδέχτηκα αυτή τη θέση;» Κι ύστερα άρχισε πάλι εκείνη η γνώριμη πλάνη του νου. Εκείνη που σβήνει από τη μνήμη ό,τι πόνεσε και αφήνει στην επιφάνεια μονάχα τα όμορφα. «Μήπως, τελικά, αν δεν είχα φύγει από εκείνη τη δουλειά (με τα δεκατετράωρα, χωρίς άδειες και με τις εξευτελιστικές συμπεριφορές) σήμερα θα είχα εξελιχθεί περισσότερο;»
Ξαφνικά άκουσε φασαρία από τον πίσω διάδρομο. Φωνές αγανάκτησης ανακατεμένες με γέλια. Έσπευσε αμέσως να δει τι συνέβαινε. Δύο κύριοι, γύρω στα εβδομήντα, κρατούσαν από ένα χαρτί ο καθένας και περιφέρονταν απορημένοι ανάμεσα στα ράφια.
«Πού είναι, ρε Μήτσο, αυτό το μόρφα; Τι στο καλό είναι;»
«Άσε, ρε Βαγγέλη… Κι εγώ ψάχνω να βρω το τριλ, αλλά δεν το βρίσκω πουθενά!»
Τους βοήθησε να βρουν όσα έψαχναν κι αμέσως η κουβέντα άνοιξε. Του είπαν πως τους είχαν στείλει οι γυναίκες τους για ψώνια και πως κάθε φορά που έπαιρναν μια λίστα ένιωθαν σαν να έδιναν εξετάσεις. Γέλασε.
«Εσύ είσαι παντρεμένος;» τον ρώτησαν με μια σιγουριά, όποια απάντηση κι αν έδινε.
«Όχι», αποκρίθηκε, και χαμογέλασαν μεταξύ τους.
«Να θυμάσαι κάτι, μικρέ. Είτε παντρευτείς είτε μείνεις ελεύθερος, ένα είναι το βέβαιο: ό,τι κι αν κάνεις, θα το μετανιώσεις.»
Τότε εκείνος γέλασε ακόμη περισσότερο.
Κι όμως…
Από τότε έπιασε πολλές φορές τον εαυτό του να επιστρέφει σε εκείνη τη φράση και, ναι, ήταν πια σίγουρος πως όντως υπάρχει μια παράξενη πλάνη του νου. «Μήπως αν είχα μείνει σε εκείνη τη σχέση τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά; Μήπως αν δεν είχα φύγει από εκείνη τη δουλειά θα είχα εξελιχθεί περισσότερο; Μήπως αν είχα πάρει έναν άλλο δρόμο…»
Και κάπως έτσι συνειδητοποίησε πως έπεφτε ξανά και ξανά στην ίδια παγίδα, μετρώντας, αυτή τη φορά, τη ζωή όχι με όσα είχε ζήσει, αλλά με όσα ποτέ του δεν έζησε.
Δεν έμαθε ποτέ αν οι δύο εκείνοι κύριοι είχαν δίκιο. Έμαθε όμως κάτι άλλο, ίσως πιο σπουδαίο, ότι οι άνθρωποι έχουμε την παράξενη τάση να εξιδανικεύουμε ό,τι αφήσαμε πίσω μας και να υποτιμάμε ό,τι κρατάμε στα χέρια μας. Ένα όμως δεν συλλογιζόμαστε: ότι η ζωή που δεν επιλέξαμε δεν θα ήταν απαραίτητα καλύτερη. Απλώς δεν τη ζήσαμε ποτέ, για να απογοητευτούμε κι από εκείνη.


