Μια πολιτική αντιπαράθεση με εσωκομματικό ενδιαφέρον βρίσκεται σε εξέλιξη τις τελευταίες ημέρες στη Νέα Δημοκρατία της Ημαθίας, με αφορμή ένα ζήτημα που αγγίζει άμεσα την τοπική κοινωνία: το μέλλον της αγροτικής παραγωγής και την τιμή που λαμβάνει ο παραγωγός για το προϊόν του.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν δύο πρόσωπα που έχουν διεκδικήσει την εκλογή τους με το ψηφοδέλτιο της Νέας Δημοκρατίας στην Ημαθία, η Λίνα Τουπεκτσή και ο Γιώργος Γουλτίδης.

Αφορμή αποτέλεσε παρέμβαση της κ. Τουπεκτσή σχετικά με την ανάγκη θέσπισης μιας ελάχιστης εγγυημένης τιμής για αγροτικά προϊόντα, με ιδιαίτερη αναφορά στην περίπτωση της Ισπανίας. Η ίδια, έχοντας και την ιδιότητα της γεωπόνου, ανέδειξε το ζήτημα της πίεσης που δέχονται οι παραγωγοί από το αυξημένο κόστος παραγωγής και τις χαμηλές τιμές διάθεσης των προϊόντων.
Η παρέμβαση αυτή προκάλεσε την αντίδραση του κ. Γουλτίδη, ο οποίος ζήτησε να υπάρξουν πιο συγκεκριμένες προτάσεις για τον τρόπο εφαρμογής μιας τέτοιας πολιτικής, θέτοντας ερωτήματα για το κόστος παραγωγής, τον καθορισμό της εγγυημένης τιμής και τις ενέργειες που θα μπορούσε να κάνει η κυβέρνηση.
Ο κ. Γουλτίδης, ο οποίος σήμερα είναι διευθυντής του πολιτικού γραφείου της βουλευτού Ημαθίας της Νέας Δημοκρατίας Στέλλας Αραμπατζή, σε δεύτερη παρέμβασή του υποστήριξε ότι υπάρχει ήδη θεσμικό πλαίσιο, παραπέμποντας στον νόμο 4492/2017.
Η απάντηση της Λίνας Τουπεκτσή ήταν εκτενής και κινήθηκε σε δύο επίπεδα. Αφενός υπερασπίστηκε την ανάγκη ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου με επιχειρήματα και όχι με αιχμές, αφετέρου επέμεινε ότι το ζητούμενο δεν είναι απλώς η ύπαρξη ενός νόμου, αλλά η αναζήτηση αποτελεσματικών πολιτικών που θα αντιμετωπίζουν τις πραγματικές δυσκολίες των παραγωγών.
Η κ. Τουπεκτσή σημείωσε ότι η πρότασή της αφορά «διαρθρωτικές αλλαγές» στον πρωτογενή τομέα και όχι προσωρινές παρεμβάσεις, ενώ υποστήριξε ότι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν εφαρμόσει μηχανισμούς προστασίας των παραγωγών όταν οι τιμές υποχωρούν κάτω από το κόστος παραγωγής.
Στο επιχείρημα του κ. Γουλτίδη ότι υπάρχει ήδη νομοθετικό πλαίσιο, η ίδια απάντησε ουσιαστικά ότι η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην ύπαρξη κανόνων, αλλά πρέπει να αφορά το κατά πόσο αυτοί οι κανόνες λειτουργούν στην πράξη και αν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας.

