Ισχυρό ξεκίνημα για την Εθνική Τράπεζα το 2026, με τα κέρδη α’ τριμήνου να εκτινάσσονται στα 344 εκατ. ευρώ (+23%)
Τις βάσεις για τη επίτευξη του στόχου για την κερδοφορία του ομίλου στο σύνολο της τρέχουσας χρήσης, θέτουν οι επιδόσεις της Εθνικής Τράπεζας στο α΄ τρίμηνο του 2026.

Σε αυτήν την περίοδο, τα καθαρά κέρδη της διαμορφώθηκαν σε 344 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 23% σε τριμηνιαία βάση, ενώ η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων διαμορφώθηκε σε 15,3% ή 20%, αναπροσαρμόζοντας για το υπερβάλλον κεφάλαιο CET1.
Επιπλέον, η τράπεζα ανακοίνωσε την υπογραφή μνημονίου συνεργασίας με την Allianz, έναν από τους κορυφαίους ασφαλιστικούς ομίλους διεθνώς, που προβλέπει, μεταξύ άλλων, την είσοδο της τράπεζας στην εγχώρια θυγατρική του, Allianz Ευρωπαϊκή Πίστη, με 30% και την αποκλειστική συνεργασία στις bancassurance εργασίες.
Σύμφωνα με τον CEO της Εθνικής Τράπεζας, Παύλο Μυλωνά, «η στρατηγική αυτή συνεργασία αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά τα έσοδα από ασφαλιστικές δραστηριότητες (~4x), αξιοποιώντας ένα ολοκληρωμένο και ανταγωνιστικό χαρτοφυλάκιο προϊόντων, καθώς και την τεχνογνωσία και τις προηγμένες ψηφιακές δυνατότητες της Allianz».
Σε επίπεδο κερδοφορίας, σημείωσε ο ίδιος, θα συμβάλει στην αύξηση της απόδοσης ενσώματων ιδίων κεφαλαίων κατά >50 μ.β., ενισχύοντας τα κέρδη ανά μετοχή, κατά +4%.
Επιπλέον, τόνισε πως «ενισχύει την ικανότητά μας να παρέχουμε βελτιωμένες, πελατοκεντρικές ασφαλιστικές λύσεις, διατηρώντας παράλληλα ένα μοντέλο χαμηλών κεφαλαιακών απαιτήσεων, συμβάλλοντας έτσι στη βιώσιμη αύξηση των κερδών και τη δημιουργία μακροπρόθεσμης αξίας για τους μετόχους μας».
Η στρατηγική
Ο CEO της τράπεζας, σε δήλωσή του αναφέρθηκε στην ευρύτερη στρατηγική που υλοποιείται, «εν μέσω αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας».
Όπως εξήγησε, η προτεραιότητα παραμένει σαφής: «Να ενισχύσουμε τον ρόλο μας ως αξιόπιστου χρηματοοικονομικού εταίρου της ελληνικής οικονομίας, ενώ παράλληλα εξελισσόμαστε ως ένας προοδευτικός και τεχνολογικά προηγμένος οργανισμός».
Σύμφωνα με τον ίδιο, «καθώς ολοκληρώνουμε τη μετάβαση στο νέο Σύστημα Βασικών Τραπεζικών Εργασιών, βρισκόμαστε σε πλεονεκτική θέση έναντι άλλων ευρωπαϊκών τραπεζών, καθώς έχουμε τη δυνατότητα για ταχύτερη ανάπτυξη καινοτόμων προϊόντων και περαιτέρω ενίσχυση της λειτουργικής μας ανθεκτικότητας».
Σε σχέση με την πορεία της ελληνικής οικονομίας, υποστήριξε πως εισήλθε στο 2026, υποστηριζόμενη από την ισχυρή κεκτημένη δυναμική και τα βελτιωμένα θεμελιώδη μεγέθη της, παραμένοντας σε τροχιά ισχυρής ανάπτυξης και υπεραπόδοσης έναντι της Ευρωζώνης για ακόμη ένα έτος.
Συμπλήρωσε δε πως, «εν μέσω αναζωπύρωσης της γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η Ελλάδα επωφελείται από την αυξημένη προσαρμοστικότητά της, στηριζόμενη σε ισχυρά δημοσιονομικά αποθέματα και τη βελτιωμένη χρηματοοικονομική θέση του ιδιωτικού τομέα. Βασικοί θετικοί καταλύτες είναι η κορύφωση της αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), οι ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης και το σημαντικό απόθεμα επενδυτικών έργων, που βρίσκονται σε φάση υλοποίησης».
Η εικόνα του α΄τριμήνου
Τα βασικά μεγέθη της Εθνικής Τράπεζας στο α΄ τρίμηνο του 2026, όπως η ίδια τα παρουσιάζει στην ανακοίνωσή της, διαμορφώθηκαν ως εξής:
- Tα κέρδη μετά φόρων, διαμορφώθηκαν σε 344 εκατ. ευρώ το Α’ τρίμηνο 2026, αυξημένα κατά +23% σε τριμηνιαία βάση, αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη ανάκαμψη των καθαρών εσόδων από τόκους, καθώς και την αύξηση στα έσοδα από προμήθειες και τα λοιπά μη επιτοκιακά έσοδα.
- Τα καθαρά έσοδα από τόκους ενίσχυσαν περαιτέρω τη δυναμική τους κατά το Α’ τρίμηνο 2026, σημειώνοντας αύξηση +2% σε τριμηνιαία βάση στα 541 εκατ. ευρώ, ως αποτέλεσμα της υγιούς επέκτασης του Ενεργητικού μας, ενώ το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο εμφάνισε σταθεροποιητικές τάσεις, καθώς η συμπίεση στο περιθώριο επιτοκίου δανείων έχει υποχωρήσει. Οι τάσεις αυτές αναμένεται να συνεχιστούν, ενώ μια ανοδική πορεία των βασικών επιτοκίων, εφόσον διατηρηθεί, θα προσφέρει επιπλέον στήριξη. Η συνεχιζόμενη επέκταση του Ισολογισμού μας στα ερχόμενα τρίμηνα, δημιουργεί ένα υποστηρικτικό περιβάλλον, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη μας στην επίτευξη του στόχου επέκτασης των καθαρών εσόδων από τόκους για το έτος.
- Τα εξυπηρετούμενα δάνεια σε επίπεδο Ομίλου κατέγραψαν ισχυρή εκκίνηση για το έτος, σημειώνοντας αύξηση ύψους 800 εκατ. ευρώ περίπου, σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, ανερχόμενα σε 37,7 δισ. ευρώ τον Μάρτιο 2026 (+12% ετησίως). Αυτή η επίδοση αντικατοπτρίζει τις εκταμιεύσεις δανείων ύψους 2,5 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά +47% σε ετήσια βάση, αναδεικνύοντας την ισχυρή ζήτηση για δάνεια και την αποτελεσματικότητα της Τράπεζας στην προσέλκυση υψηλής ποιότητας ευκαιριών χρηματοδότησης.
Η Εταιρική Τραπεζική αποτέλεσε το βασικό μοχλό ανάπτυξης, με τις εκταμιεύσεις να αυξάνονται κατά +55% σε ετήσια βάση, εστιάζοντας σε δυναμικούς κλάδους, με ισχυρή αναπτυξιακή προοπτική και συνεχιζόμενες ροές επενδύσεων, όπως οι τομείς της ενέργειας/ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της ναυτιλίας και των ξενοδοχείων.
Η δυναμική στη Λιανική Τραπεζική ήταν επίσης θετική, με τις εκταμιεύσεις να αυξάνονται κατά +26% σε ετήσια βάση, επικουρούμενες από την ενίσχυση των μεριδίων αγοράς στα στεγαστικά δάνεια, τα δάνεια προς μικρές επιχειρήσεις και τα καταναλωτικά δάνεια.
- Τα καθαρά έσοδα από προμήθειες αυξήθηκαν κατά +8% σε ετήσια βάση σε 114 εκατ. ευρώ το Α’ τρίμηνο 2026, ως αποτέλεσμα της Λιανικής Τραπεζικής (+20% σε ετήσια βάση), με αιχμή του δόρατος τα επενδυτικά προϊόντα που αυξήθηκαν κατά σχεδόν +60% σε ετήσια βάση, αναδεικνύοντας την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής σταυροειδών πωλήσεων της Τράπεζας και την αυξημένη αποδοχή των πελατών.
Ως αποτέλεσμα, ενισχύθηκε το μερίδιο αγοράς στα αμοιβαία κεφάλαια κατά +0,7 π.μ. από την αρχή του έτους και +7,0 π.μ. από το τέλος του 2023, αντανακλώντας το ενισχυμένο προϊοντικό χαρτοφυλάκιο και την αυξανόμενη εμπιστοσύνη των πελατών στις δυνατότητες διαχείρισης περιουσίας της Τράπεζας.
Σε τριμηνιαία βάση, η μείωση των καθαρών εσόδων από προμήθειες αντανακλά την αρνητική επίδραση βάσης λόγω των ισχυρών εποχικά εκταμιεύσεων το Δ’ τρίμηνο 2025.
- Οι λειτουργικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά +8% σε ετήσια βάση σε 246 εκατ. ευρώ το Α’ τρίμηνο 2026, αντανακλώντας κυρίως τις δαπάνες προσωπικού, ως αποτέλεσμα των αυξημένων μισθών, κυρίως λόγω των κλαδικών και επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, καθώς και των επενδύσεων σε ανθρώπινο κεφάλαιο μέσω της πρόσληψης νέων στελεχών και της ανάπτυξης δεξιοτήτων, αξιοποιώντας παράλληλα τα Προγράμματα Εθελουσίας Εξόδου Προσωπικού.
Η αύξηση των διοικητικών και λοιπών εξόδων αντανακλά δαπάνες σχετιζόμενες με την αναβάθμιση της εμπειρίας του πελάτη, ενώ οι υψηλότερες αποσβέσεις απορρέουν από το στρατηγικό σχέδιο επενδύσεων της Τράπεζας στον τομέα της πληροφορικής που υπερβαίνει το 1 δισ. ευρώ από το 2020.
Οι εν λόγω επενδύσεις, ιδιαιτέρως η αντικατάσταση του συστήματος Βασικών Τραπεζικών Εργασιών (Core Banking System), δημιουργούν πολλαπλά οφέλη στην παραγωγικότητα, την εμπορική αποτελεσματικότητα, τις ψηφιακές δυνατότητες, καθώς και την προστασία της Τράπεζας έναντι των κινδύνων του κυβερνοχώρου.
Παράλληλα με αυτές τις στρατηγικές επενδύσεις, η συγκράτηση των εξόδων οδήγησε το δείκτη κόστους προς έσοδα στο 35,7% το Α’ τρίμηνο 2026 (34,3% σε δημοσιευμένη βάση), εντός του στόχου που έχει τεθεί για το έτος.
- Οι προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις διαμορφώθηκαν σε 39 εκατ. ευρώ το Α’ τρίμηνο 2026, με το κόστος πιστωτικού κινδύνου να ανέρχεται στις 39 μ.β. από 46 μ.β. το Α’ τρίμηνο 2025, ευνοϊκά συγκρινόμενο με το στόχο <40 μ.β. που έχει τεθεί για το έτος.
Το κόστος πιστωτικού κινδύνου αποτυπώνει τις ευνοϊκές τάσεις στην ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου παρά τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, ενώ τα ποσοστά κάλυψης από προβλέψεις της Τράπεζας που βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα της αγοράς σε όλα τα Στάδια δανείων ενισχύουν περαιτέρω την ανθεκτικότητα της τράπεζας.
- Η οργανική δημιουργία κεφαλαίου παρέμεινε ισχυρή το Α’ τρίμηνο 2026 (+40 μ.β. σε τριμηνιαία βάση), με το δείκτη CET1 να ανέρχεται σε 18,4%, μετά από πρόβλεψη για διανομή ύψους 60%.
Λαμβάνοντας υπόψη την έκτακτη επαναγορά ιδίων μετοχών ύψους 300 εκατ. ευρώ που ξεκινά τον Ιούνιο, o δείκτης CET1 και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας διαμορφώνονται σε 17,4% και σε 21,1%, αντίστοιχα, με τον δείκτη MREL του Ομίλου να ανέρχεται σε 28,8%, υπερβαίνοντας την απαίτηση MREL για το 2026 ύψους 26,7%.

